Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

ηχητικό

Ραδιόφωνο

Δεν θέλω άλλες ειδήσεις, δόσε μου μόνο μουσική
ειρήνη πόλεμος ειρήνη πόλεμος ειρήνη
-τι να τις κάνω τόσες λέξεις μεσοπέλαγα;
με δέκα μίλια φεύγοντας το καλοκαίρι μας αφίνει.

Πέσμου γι αυτούς που χάσανε τη βασιλεία των ουρανών
το νέγρο πρίγκηπα που κλαίει για τσιγάρο
τραγούδα μου το παρελθόν το παρελθόν το παρελθόν
τον επικήδειο των δασών και το σβησμένο φάρο.

Δεν θέλω άλλες ειδήσεις δόσε μου μόνο μουσική
μη μου μιλάς για το Διάστημα, ξέρω τη Μοζαμβίκη
τραγούδα μου τη στάχτη τραγούδα μου τη λευτεριά
τραγούδα μου τα δάκρυα σ όλα τα πλάτη και τα μήκη.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος*



*(Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης, 
επιμέλεια: Σπύρος Κοκκίνης,
Εκδόσεις της ΕΣΤΙΑΣ,
7η έκδοση, Ιανουάριος 2004)

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Το λάθος του Πορτογάλου

Όταν ο Πορτογάλος έφτασε
μέσα στη δυνατή καταιγίδα
έντυσε τον Ινδιάνο.
Τι κρίμα!
Αν ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό
ο Ινδιάνος θα έγδυνε
τον Πορτογάλο.


(από τα Μικρά Ποιήματα [1925], 
Oswald de Andrade, 1890-1954)

(Antropofagia [1929], Tarsila do Amaral, 1886-1973)


 

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Τώρα εδώ

​Lydia Borgek - Μεγαρίτισσες θερίζουν τα σπαρτά, 1912-1913(;)

Ακούω τις γυναίκες των αγρών ακούω τον τόπο
ένα γαλάζιο φυλαχτό μέσ’ απ’ τα φτηνά φουστάνια
και τραγουδούν έχοντας όνειρα δύσκολα
σα μάζες από λιθάρι αλατόμητο πέρα στον ήλιο –
Ελλάδα χορευτικό στροβίλισμα της γεωγραφίας
αιματοχυσία και πνεύμα στους ελαιώνες.

(Νίκος Καρούζος - Στο δέντρο της πορτοκαλιάς)


Υπάρχει μια σειρά λόφων στο βάθος του ορίζοντα. Από εκεί που πλάθει ο ήλιος τους αντικατοπτρισμούς του μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Δεκάδες λόφοι και λοφίσκοι ο ένας δίπλα στον άλλο και από πίσω τους ξανά λόφοι. Λόφοι μικροί και λόφοι μεγάλοι δημιουργούν μοτίβα συνεχόμενα. Οι πιο καλοσχηματισμένοι, γυναικεία στήθη ορθόνωνται κάθετα στον ουρανό. Και κάπου κάπου πάνω τους ξεχωρίζουν κανά δύο λιβανόδεντρα, που και που μερικές συστάδες πόες, θάμνοι από φρύγανα. Τίποτα το σπουδαίο. Μερικές φορές που η σκόνη σηκώνεται με το νοτιά η ατμόσφαιρα γίνεται κάπως κίτρινη και ωχρή σα να έχει κατουρήσει ο Θεός. Άλλες φορές που Θεός δεν υπάρχει κάτι από θειάφι αιωρείται, πυκνό βγαλμένο απ την κόλαση κι όλο μπαίνει μες στα ρουθούνια προκαλώντας φταρνίσματα και δάκρυα στα μάτια. Δεν υπάρχει ποτέ όμορφη αίσθηση για τους φερμένους στον τόπο ετούτο. Δε νιώθουν άνθρωποι, δεν αισθάνονται ποτέ όπως αισθάνονταν πίσω στους τόπους τους, ο καθένας στο δικό του τόπο παρά μόνο όταν ακούγεται το κελάηδισμα εκείνου του μικροσκοπικού πτηνού. Οι ντόπιοι το λεν τουρκοχελίδονο. Φτιάχνει τη φωλιά του με λάσπη και ξερόχορτα στα χαλάσματα απ τα πλίνθινα αχυρόσπιτα, πάνω στις γωνίες όσων απ τους τοίχους έχουν απομείνει. Μοιάζει με απλό χελιδόνι μα όμως βγάζει μια αύρα πιο αυτοκρατορική καθώς πετάει σαν αστραπή, σα βέλος από τόξο, καθώς περνάει σύριζα απ το έδαφος θυμίζοντας σύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος. Ένας σκύλος γαβγίζει στο πέρασμά του. Ένας άντρας μεσήλικας μαυρισμένος, με χάλκινο δέρμα της ανατολής καβάλα σε μια παλιά ζούνταπ διασχίζει τον πρώτο χωματόδρομο που μπορεί να δει κανείς στο βάθος. Φαίνεται να μιλά δυνατά μονάχος του, μοιάζει να βρίζει μα ο ήχος της μηχανής του δεν αφήνει τη ντοπιολαλιά του να φτάσει στ αυτιά. Η απόσταση είναι μεγάλη. Η τοπική διάλεκτος περίεργη. Οι γυναίκες που εμφανίζονται απ τ αριστερά κουβαλάνε νερό απ το πηγάδι μέσα σε τσίγκινα τενεκεδόκουβα. Τις βλέπεις να χαμογελάνε. Τα μελαχρινά σπαθωτά φρύδια τους τονίζουν την περίεργη άσχημη ομορφιά των προσώπων τους. Η μέρα δείχνει ανηδονική, μα η στιγμή πλούσια από ηδονές στα μάτια ίσως ενός οξυδερκή φωτογράφου. Κλικ. Ανοίγω τα μάτια. Η πραγματική θέα μοιάζει στη θέση της. Το αμπέλι από κάτω το ίδιο. Η κεραία της ραδιοτηλεόρασης στο βουνό σταθερή όπως πάντα. Οι ελαιώνες κι αυτοί στέκονται γεμάτοι αιματοχυσία και πνεύμα. Μου ρχεται στη μνήμη το ποίημα. Το δέντρο της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς, οι βανίλιες. Η μέλισσα το χαβά της. Ο σκύλος -άλλος σκύλος αυτός- κυνηγάει την ουρά του. Η μικρή κώμη υπονοείται. Η θάλασσα κάπου υπάρχει. Ήμουν εκεί, τώρα εδώ, όμως που θα μαι;

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ημέρα αποποίησης ευθύνης

κι αν η ποίηση έχει κάποιο σκοπό πάνω απ όλα να μας εξοικειώνει με την ιδέα μιας κάποιας εξέγερσης για αρχή και για τέλος να μας συμφιλιώνει με το φόβο του θανάτου.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

ίσως τη λέγαν Εουζγκέ

Στην πιο πρωτεύουσα του κόσμου
τη συνάντησε
μπορεί να φαίνεται κοινότοπο
όμως κρατήθηκαν σφιχτά από τα χέρια
*
της είπε για τα μάρμαρα των πλατειών
πως γίνονται πετρίδια και πετάγονται
του μίλησε για τα σοκάκια στην Τσιζρέ
και γι άνθρωπους περήφανους
*
μπορεί να φαίνεται κοινότοπο
που ήθελαν να φύγουνε μαζί
αλλά δεν έφυγαν
*
η προίκα της μάνας της ένα τσαγιερό και μια ξυλόσομπα
ένα κρυμμένο μαχαίρι κάτω απ το στρώμα
ο πατέρας του έπλαθε παράξενες λέξεις
και τις φορούσε πάνω στους τοίχους του Καντίκιοϊ
*
μπορεί να φαίνεται κοινότοπο
θα γίνονταν ωραίο ζευγάρι
αλλά δεν έγιναν
*
εκείνος που δε φοβότανε το θάνατο
εκείνη που φοβήθηκε
μη γίνει ο θάνατός της
άλλη μια φωτογραφία.


*

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

όταν συμφωνούν όλοι είναι μια τραγωδία

μετράω τους χτύπους του ρολογιού μου
και τους βρίσκω συν δύο χιλιάδες δεκαέξι το δευτερόλεπτο

μετράω τους χτύπους της καρδιάς μου
και τους βρίσκω πάνω-κάτω μείον έξι το λεπτό

τα μιλήσαμε τα συμφωνήσαμε

όμως τι ήθελα να πω;

ααα ναι
πάει
έφυγε η ποίηση
μας παράτησε
κι ούτε που το καταλάβαμε...

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Νίκος Καρούζος: ένα ποίημα μάλλον ανύπαρκτο

Ήμουν δεκαπέντε χρονών όταν πρωτοσυνάντησα τυχαία την ποίηση του Νίκου Καρούζου στα ράφια της βιβλιοθήκης ενός αντιεξουσιαστικού στεκιού την άνοιξη του 2003. Έχει σημασία που το λέω αυτό -ίσως με λίγο ειρωνικό, εγωιστικό και άσχημο ύφος- αλλά ήταν πράγματι πολύ καιρό πριν από τότε που η πλειονότητα του θεάματος, της "κουλτούρας" και του κόσμου θυμηθεί να ανακαλύψει τον Καρούζο και να τον μετέτρεψει σε viral. 
Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου μια αρκετά παλιά και σπάνια έκδοση, μια ανθολογία μεταπολεμικών ποιητών που εκτός των άλλων περιέχει κι ένα μάλλον ανύπαρκτο ποίημα του ποιητή. Όσο κι αν έψαξα, σ όλες τις ποιητικές συλλογές,  στο σύνολο του έργου του (βλέπε Τα Ποιήματα Α' και Β' και Οιδίπους Τυραννούμενος, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ), στα δημοσιευμένα και τα αδημοσίευτα, δεν το βρήκα πουθενά. Το μοιράζομαι και σας το χαρίζω με αγάπη, ελπίζοντας πως κάνω κάποιο λάθος:

Σχόλιο στην παρουσία μας

α΄
Περνώντας απ’ το σώμα έπρεπε να το περιμένουμε
πως ήτανε για πόνο.
Πότε κινήθηκαν τα χείλη σου με γέλιο,
βαθύ ως την ουσία της ψυχής,
αθώε των δρόμων,
καθώς νοσταλγείς,
από τόσες γωνίες μέσα στα πράγματα
εκείνη την αρχαίαν ομορφιά
που εξοντώνει τη φαντασία…
Οι φίλοι σου οι δρόμοι
θα σε σκοτώσουν στο τέλος.
Άνομα που μοιάζουν όλα τα πρόσωπα
και συ ο ίδιος
μέσα στη σάρκα…
Ωστόσο, ειν’ αυτή το φρούριο μας,
δέχεται χτυπήματα πολλά
κ’ εμείς πίσω απ’ τα μάτια πολεμούμε.
Μη λυπηθείς τις σφαίρες
σε τέτοιον αγώνα,
μη λυπηθείς
τον εαυτό σου.
Φλέγεται η βάτος,
«εν τούτω νίκα».
Που η αξία των ερώτων,
τα γυναικεία σώματα
που σκλάβωσαν
τη λαχτάρα σου,
που η αξία του χώματος ;
Ο άλλος έρωτας,
εκεί την προσοχή σου,
ο άλλος έρωτας
«εν τούτω νίκα» -
να σε μεθύσει ο θεός.
Αχ η καρδιά μου δεν αντέχει,
περνώντας απ’ το σώμα
σε τόση θυσία δεν αντέχει.
Κύριε, που δέχτηκες ήττα απ’ το θάνατο
η καρδιά μου μετέχει
στ’ ανθρώπινα.

β΄
Εμείς, Θεέ μου, τι ζητήσαμε ;
Ένα μικρό πηλίκον
στη διαίρεσή μας με τον κόσμο,
τα χρειώδη του σώματος,
για να πονούμε άνετα,
που είμαστε έτσι ατελείς,
έτσι των λόγων πιότερο αιχμάλωτοι.
Να μας κερδίσει δε μπορεί το σώμα.
Κι όμως
εμπαίζει αποφασιστικά.
Να κλείσουμε, λοιπόν τα μάτια στην ημέρα
και μεσ’ στη νύχτα να χανόμαστε υλικά.
Τη νύχτα,
όλος στον πλούτο του θεού ο ποιητής,
απεγνωσμένο αγιόκλημα,
τη σφίγγει με την ευωδιά.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
 μεταπολεμικών ποιητών,
επιμέλεια-έκδοση
Ντίνου Γεωργούδη και Κώστα Γεννατά

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

απάνω στου κύματος το λάσο*

αιγαίο απέλαγος 
αιγαίο τάφος
άταφος
ζαλάδες
και το προσκύνημα μπρούμυτα
αίμα στο πέτο από ξιφολόγχες φρόντεξ
αίμα στο κούτελο από κυνηγητό και θρησκεία
αίμα στο βλέμμα

κανείς κουρσάρος ποτέ δεν κούρσεψε για πλάκα·
απανάγκη
                      
κι εγώ
αχ θάλασσα

που με τα κύματα

σου έστειλα
μπουκάλι και μήνυμα;

γιατί δεν απαντάς;

*στου κύματος το λάσο - Γιώργης Μακελάρης - απόπειρα κολάζ

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

απόπειρα για δημοτικό

δεν κουμπασάρει ο καιρός
κι αλληθωρίζει ο νότος
τη μια κοιτάει το διάσελο
την άλλη το μαντήλι
ξενάκι θερινό πουλί
στεργιά που θε να πιάσεις (;)

να κηματύζοις πάντα ηπαιρείφανι

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

μερλάνα ροζάβα βάρκιζα

Προφασίστηκε κατά λάθος ο άλλος εαυτός -ο αναγραμματισμένος-, ένα προσχέδιο σε τρεις τόπους, τρία συναισθήματα, τρεις καταστάσεις. Ένα προσχέδιο σε τεχνική επηρεασμένη ξανά από το αγαπημένο πορτατίφ. Κολλαζοποιημένο χειρωνακτικά πάνω σε ταλαιπωρημένα βιβλία (κάτι μικρές εκδόσεις του Άγρα) των καμένων εξωφύλλων, της καρβουνισμένης κόλλας, της ξεφτισμένης ραφής μιας πυρκαγιάς που ξέσπασε ένα χειμωνιάτικο βράδυ πριν από ενάμιση χρόνο στο σπίτι του Π. Στα ίδια εκείνα ταλαιπωρημένα βιβλία των μουχλιασμένων και στραπατσαρισμένων σελίδων από το νερό της πίεσης μιας μάνικας καρφωμένης στη φλεγόμενη βιβλιοθήκη από κάποιον άγνωστο πυροσβέστη, κατά την αργοπορημένη επέμβαση της πυροσβεστικής.
Όχι μην τα πετάξεις τα βιβλία! του είχε πει του Π ο τότε εαυτός, όσα δε σώζονται θα τα χρησιμεύσουμε. Κάποια στιγμή θα τα χρησιμεύσουμε!
Και να που αυτή η στιγμή έφτασε. Εκατό αντίτυπα περασμένα στο χέρι, με διττό εξώφυλλο, αδιαπραγμάτευτα και αντιεμπορευματικά, καθένα με το δακτυλικό αποτύπωμα του άλλου εαυτού. Εκείνου του αναγραμματισμένου, του ταραγμένου, του ασύνταχτου, του νευρικού, του πρόχειρου και λυρικού εαυτού. Εκατό αντίτυπα χωρίς αντίτιμο γιατί πολύ απλά δε φτιάχτηκαν ούτε για να πουληθούν αλλά ούτε και για ν αγοραστούν. Γιατί κάθε αντίτυπο φτιάχτηκε με μεράκι και χρόνο για να χαριστεί σε εκείνον/η που θα αισθανθεί την ανάγκη να το περιεργαστεί και να το ακούσει, να το αποκτήσει και να το βιώσει σαν κάτι διαφορετικό από ένα συνηθισμένο υλικό αντικείμενο.

Βρείτε τα στο
Alphaville (Σαλαμίνος και Σφακτηρίας, Κεραμεικός)
ή εναλλακτικά λίγο πιο πέρα στο
Ευτοπικό Εργαστήρι (Λεωνίδου 62 και Θερμοπυλών, Κεραμεικός) κατά τις ώρες λειτουργίας του εργαστηρίου

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

πριν από λίγο

οι άνθρωποι κρεμασμένοι στα μπαλκόνια
απολαμβάνουν το βραδινό τους συναίσθημα
μέχρι
η πρώτη κατσαρίδα της σεζόν
να χαλάσει την ηρεμία
εισβάλλοντας απρόοπτα

θυμήθηκαν τα κανάλια να πουν
για το εργατικό ατύχημα
με τραυματίες σε κρίσιμη κατάσταση
μα η ταξική συνείδηση ζερό
και το σωματείο ξεπουλημένο

 ο κάδος των σκουπιδιών συγκρούεται
μ εκείνον της ανακύκλωσης
έχουνε λέει προσωπικές διαφορές
είναι οπαδοί άλλης ομάδας

κάπου εδώ γέλια
γελά η γάτα;
κι όμως γελά

ο άλλος μόλις επέστρεψε απ τη δουλειά
βγαίνει απ το αυτοκίνητο σφυρίζοντας
πατά σε μελωδία χαρμόσυνη
λες και του πλήρωσαν
εκείνα τα χρωστούμενα μισού έτους

πιο κάτω σπρέι
ερώτημα σε τοίχο ιδιωτικό
που είσαι;

απάντηση καμία

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

από τα κάτω

σ όλα συμφωνούσαν 

[blog 
portal
twitter 
facebook
tumblr
instagram
web radio
soundcloud
και λοιπά]

σ όλα
εκτός
από τη

 διαδήλωση

Σταδίου

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

μερικέςχιλιάδεςμέρες

απ άκρη σ άκρη να ψάξεις
απ την κορφή μέχρι τα νύχια
εντός της χονδροπάθειας
στον κάδο των αχρήστων
ή και στην ξεχασμένη σκόνη
κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας
απ άκρη σ άκρη
πίσω απ τ αυτιά
πίσω από τις κουρτίνες
πίσω απ της τοιχοποιίας
την πενηντάρα ντάου θερμομόνωση
ανάμεσα στα δάχτυλα
μου σου
ανάμεσα στα βιβλία
στις σελίδες
στις κεφαλίδες και στα υποσέλιδα
στην ξύλινη ντουλάπα του καθρέφτη
κάτω από τα σεντόνια
κάτω απ τη νύχτα
μέσα στην ενοχλητική εντέλεια της ύπαρξης
απ άκρη σ άκρη
κάτω απ το κούτελο
κάτω απ τα φρύδια
αγέραστο μονάχα το βλέμμα

|γραμματική|

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Ευφορίωνος

| τα συμφέροντα της τάξης μας πάνω απ όλα |

Α δε σου πα! Βρήκα δουλειά. Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να μείνω για πολύ καιρό άνεργος. Στο χα πει πως πάντα τα καταφέρνω. Και μου έκατσε κουτί αυτή η δουλεία ξέρεις. Ειδικά τώρα που κάθομαι και διαγράφω κόσμο από κοντά μου. Βλέπεις είναι λίγο το lifestyle, λίγο το ψώνιο, η ματαιοδοξία, η κοινωνικοπολιτική αφομοίωση με τα πράγματα, τα φύκια που μοιάζουν με μεταξωτές κορδέλες. Δε θέλει πολύ. Αλλάζουν οι άνθρωποι προς το εύκολο και το ευκαιριακό. Οπότε μου έκατσε κουτί η δουλειά. Να, θα έχω και με κάτι ν ασχοληθώ. Πάω να ετοιμάσω βαλίτσες όμως. Περιμένω να χτυπήσει και το τηλέφωνο. Α δε σου πα ο μικρός όλο και μεγαλώνει. Μπορεί και στέκεται καθιστός τώρα πια, χωρίς να στηρίζει την πλάτη του. Κι έχει κι ένα χαμόγελο! Σ αφήνω. Τα λέμε στους δρόμους. Αν είσαι. Μάλλον δε θα σαι. Χαχαχα! Τώρα πια μείναμε λίγοι στους δρόμους. Έτσι που γνωριζόμαστε τόσο καλά μεταξύ μας και για να σπάμε τη μονοτονία του συλλογικού (χρειάζεται κι αυτό που και που) κοιτάμε πάνω, αριστερά και δεξιά καθώς περπατάμε, να ρθει κάποιο ρημαδιασμένο σημάδι απ τον ουρανό, τα πουλιά, τα δέντρα, τους στύλους της ΔΕΗ, τους μαντρότοιχους, τις πολυκατοικίες, το άστυ, τα παλιά νεοκλασικά, έστω. Ψάχνοντας κανένα παράθυρο να κρεμαστούμε από δαύτο ή να μας κρεμάσει. Για να μη φτάσουμε κι εμείς κάποια στιγμή ν αλλάξουμε προς εκείνο το εύκολο και το ευκαιριακό. Δε λέει…

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

ε;

δ κ ό π τ ό
ά α τ α α π
κ θ α ρ    λ
ρ ό ν α    α
υ λ    δ    ;
σ ο   ώ
ε υ    σ
ς       α
         μ
         ε

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

“όλα στραβά γινήκανε και όλα είν ωραία”

Σιγοτραγούδαγε με το στριφτό στο στόμα, καθισμένος οκλαδόν, το σώμα κορδωμένο, τα χέρια ν αγκαλιάζουν την κιθάρα και το πρόσωπο να κοιτάει λοξά. Εκείνο το αεράκι, αν κι ελαφρύ τους είχε ταράξει όπως περνούσε ακριβώς πάνω απ το βράχο γαργαλώντας τις πλάτες τους. Η Αθήνα στον πάτο ίδια μα όμορφα λιόλουστη. Πρώτη Κυριακή του Μάρτη από κείνες τις μέρες που σε συναντούν το πολύ δυο τρεις φορές το χρόνο καθώς το φυσικό φώς του πρωινού, που δίνει τη θέση του στο μεσημέρι, σου συνθλίβει το βλέμμα. “Μπουζούκι παλιομπούζουκο, γυφτοπούλα στο χαμάμ, σκύλα μ έκανες και λιώνω, νόστιμο τρελό μικρό μου”. Και κάπου εκεί ήρθε κι ο Άγγελος με το μπεντίρ να τους συνοδεύσει σε ρυθμούς άλλους, παραδοσιακούς ή μεγάλους ανατολικούς. Μαζί με τον Άγγελο ήρθε και το βιαστικό μπουρίνι όμως να τους χαλάσει το παρεΐστικο γλέντι. Μαζεύοντας σα σίφουνες όλα τους τα συμπράγκαλα, όργανα, θήκες, τσάντες και μουσικές, ανάμεσα σε σπασμωδικά γέλια και γκριμάτσες ευτυχίας.

Αν μπορούσε να τη φέρει στη μνήμη του θα ξεκινούσε απ τα μάτια της. Αυτά τα ολοστρόγγυλα μαύρα μάτια που χαν τη ευχέρεια άλλες φορές να σε κοιτούν αληθινά κι άλλες ψεύτικα. Κι άντε να βγάλεις άκρη μετά! Ύστερα θα συνέχιζε με τα χέρια. Στις παλάμες των χεριών της. Στις γραμμές εκείνες που πάνω τους οι χειρομάντες διαβάζουν τα πεπρωμένα. Τις γνώριζε πολύ καλά εκείνες τις γραμμές. Έπειτα η μυρωδιά της που χε κάτι από ανθισμένη νεραντζιά στις αρχές του Απρίλη θα του τρύπαγε τα ρουθούνια καταλήγοντας στην περπατησιά της, στο βάδισμα, όπως την είχε προσέξει μια απ τις πρώτες φορές που έκαναν βόλτα στον πεζόδρομο της Ερμού, κάτω απ το Θησείο. Tην είχε ποθήσει τόσο πολύ καθώς την κοίταζε έτσι που μια στιγμή εκείνη γλίστρησε και παραλίγο να πέσει στο πλακόστρωτο. Πάλι Κυριακή ήταν και τότε. Κυριακή και άνοιξη. Σαν ψέμα. Σαν πρωταπριλιάτικο αστείο.

Κάποια άλλη ανοιξιάτικη Κυριακή του 2011 ξύπνησε αργοπορημένος. Όμως δε νοιάστηκε κανείς γι αυτό, αν και οι συνθήκες κανονικά δε θα το επέτρεπαν. Φόρεσε πρόχειρα τις αρβύλες και το χιτώνιο του ξεκούμπωτο. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό, έβαλε πλαγιαστά στο κεφάλι τον μαύρο αγγλικό μπερέ και ξεπροβόδισε αργά προς το φυλάκιο της κεντρικής πύλης. Η μουσική στο τρανζίστορ έπαιζε δυνατά Σούμπερτ στο τρίτο πρόγραμμα ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας ανθυπίλαρχος Καρακαντάς καθισμένος απ έξω με τα πόδια στο τραπέζι έκανε το μαέστρο. Μόλις τον είδε να κοντοζυγώνει σταμάτησε τις μαεστρίες κι ένα χαμογελαστό «καλημέρα ηλιαχτίδα μου!» πετάχτηκε από τα χείλη του. Ο Γιώργης είχε μαζέψει λουλούδια κι έφτιαχνε το πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Ο Δημήτρης κοιμόταν με τα χέρια στις τσέπες ροχαλιστός σε μια καρέκλα. Ο Τάσος τους μοίραζε πορτοκάλια που μόλις είχε καθαρίσει. Μικρές δόσεις “ελευθεριακού κομμουνισμού σε καθεστώς ελεγχόμενης ελευθερίας”. Ή όπως θέλετε εσείς πείτε το! Έτσι κι αλλιώς τώρα πια δεν έχει καμιά σημασία. Έτσι κι αλλιώς μετά έρχεται το καλοκαίρι. Έτσι δεν είναι;