Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

#24 - 1η Σεπτέμβρη

"Casablanca", the end...
1η Σεπτέμβρη

Απόψε το καλοκαίρι τελειώνει. Στις επαύλεις των γερμανών παραθεριστών πραγματοποιούνται τα τελευταία φετινά πάρτι. Εκεί που κάποιοι γιορτάζουν κάποιοι άλλοι ανησυχούν σπάζοντας τα κεφάλια τους για το πως θα βγάλουν κι αυτό το χειμώνα. Κάτω απ τη γέφυρα του Κηφισού, οι φτωχοδιάβολοι προετοιμάζουν σαν τα μυρμήγκια το μέλλον τους. Καπνίζοντας τα τελευταία δανεικά αποτσίγαρα απ το δρόμο χωνεύουν στην ιδέα πως τίποτα δεν πρόκειται ν αλλάξει προς το καλύτερο. Ποτέ. Ακούγεται ο ήχος απ τις ρουφηξιές της τζούρας μονάχα. Και πάφα πούφα, πάφα πούφα. Παραδίπλα τα αυτοκίνητα σειρά το ένα πίσω απ το άλλο διασχίζουν μ αναμμένα φώτα  την εθνική.

Απόψε που το καλοκαίρι τελειώνει εσύ ντύνεσαι με το καλύτερο κοστούμι σου. Βγαίνεις έξω την ώρα που η μέρα αφήνεται στη νύχτα. Έχεις σαν προέκταση του χεριού σου το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι που σου έκαναν δώρο στα περασμένα σου γενέθλια. Να καταγράψεις τους ήχους της πόλης θέλεις καθώς θα χάνεται στο φθινοπωρινό αντάμωμα. Αφήνεσαι στους δρόμους. Πετάς τα καλά δερμάτινα παπούτσια σου και περπατάς ξυπόλυτος. Η πρώτη φθινοπωρινή βροχή θα προβάλλει απ τον κοντινό πυροσβεστικό κρουνό. Τροχαίο δυστύχημα. Κάποιο αυτοκίνητο στούκαρε πάνω του σαν σε αμερικάνικο φιλμ προηγούμενων δεκαετιών. Εσύ τη γλιτώνεις παρατρίχα όπως κάνεις πάντα. Απτόητος χορεύεις κάτω απ το νερό της τεχνητής σου βροχής. Ολόκληροι οι ήχοι -απ το τρακάρισμα και μετά- καταγράφονται στο ανοιχτό μαγνητοφωνάκι.

Από μακριά ακούγονται παράξενες μουσικές. Γυρολόγοι όλων των ειδών, αθίγγανοι-ρομά, μετανάστες αδέρφια μας, πρόσφυγες και προσφυγόπουλα έχουνε στήσει χορό σε μιαν αλάνα. Με νταούλια, κλαρίνα, ακορντεόν και άλλα περίεργα μουσικά όργανα. αποχαιρετούν το θέρος. Σε περιμένουν κι εσένα να τους συντροφεύσεις στο κύκλο που έχουν φτιάξει. Στη μέση έχουν ανάψει μια τεράστια φωτιά. Όχι επειδή κρυώνουν. Όχι. Πολύ απλά εκεί μέσα -όπως σου ψιθύρισαν- καίνε τη μοναξιά. Χορεύεις λοιπόν αυτή τη φορά εκστασιασμένος σε ρυθμούς διονυσιακούς. Το μαγνητοφωνάκι είναι ανοιχτό. Αφημένο σε μια γωνιά αντιγράφει αθόρυβο τους ήχους του γλεντιού. Στις επαύλεις δεν ξέρουν να γλεντάνε. Τρώνε γαρίδες σε καλαμάκι· τις συνοδεύουν με εξεζητημένες σος παπαρουνόσπορου και βασιλικού. Στην αλάνα ψήνουν κατσίκια που στα σωθικά τους μέσα έχουν βάλει ρύζι, πλιγούρι, ψιλικομμένα συκωτάκια και αρωματικά. Τρώνε με τα χέρια. Τα πρόσωπα ολονών είναι κοκκινισμένα απ τη φωτιά κι απ το μπούκοβο.

Φεύγεις κι από εκεί για να προλάβεις το ξημέρωμα πριν σε προλάβει εκείνο. Ανεβαίνεις προς τις εργατικές συνοικίες. Κάτω από μια οκταόροφη πολυκατοικία κόσμος μαζεμένος. Στην ταράτσα μια γυναίκα γύρω στα τριάντα απειλεί ν αυτοκτονήσει. Ίσα που προλαβαίνεις να βάλεις σε λειτουργία το μαγνητόφωνο. Η φωνή της ακούγεται ως το υπερπέραν. «Δεν πάει άλλο», κραυγάζει και πέφτει στο κενό. Σε κλάσματα δευτερολέπτων ένα ουρλιαχτό στον αέρα, ο κόσμος τραβιέται πίσω, το κινούμενο σώμα χτυπάει σε μια τέντα και ύστερα καρφώνεται στο έδαφος. Αν είχες κάμερα σκέφτεσαι θ άξιζε να καταγράψεις και την εικόνα. Αμείλικτος σαν τους επαγγελματίες δημοσιογράφους! Έχεις αδειάσει από συναισθήματα. Γιατί;

Ανατολικά ξεπροβάλλει ο ήλιος από τον Υμηττό. 1η Σεπτέμβρη. Τον κοιτάς κατάμουτρα κι αυτός σε τυφλώνει με τις πρώτες αχτίδες του. Την ίδια στιγμή κάποιο χέρι σου σκουντάει την πλάτη. Γυρνάς λιγάκι τρομαγμένος. Μοιάζει να είναι εκείνη. Προσπαθείς να συνθέσεις στο μυαλό σου την εικόνα του προσώπου της. Ναι είναι όντως εκείνη. Δε θυμάσαι που την είχες αφήσει, που σε είχε αφήσει την τελευταία φορά. Τι να θέλει άραγε; Τι να θέλει; Ανοίγει το στόμα της να μιλήσει. Την ίδια ώρα ξεσπά σε λυγμούς. Το ίδιο κι εσύ. Έρχεται κοντά στο αυτί σου. Ψιθυρίζει: «καλό φθινόπωρο…» σου λέει και «καλό χειμώνα».

Κρατάς στο χέρι το μαγνητόφωνο κλειστό. Ήθελες να το ανοίξεις μα δεν το έκανες. Ο ήχος της φωνής της έσβησε για σένα μαζί με το καλοκαίρι που μόλις τελείωσε.


31/8 προς 1/9/2013 



Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

#23 - Xωρiς Kανόνα


Νέες καλλιέργειες
Χωρίς Κανόνα

Μάθαμε από μικροί να μαδάμε τις μαργαρίτες και να ψάχνουμε απεγνωσμένα σ αυτές την ύπαρξη της αγάπης. Τώρα πια καταλάβαμε πως η αγάπη δε μετριέται σε κομμένα φύλλα και πως τις μαργαρίτες θα πρέπει να τις φυτεύουμε σε στρέμματα γης που όποιος τις κόβει θα στέλνεται κατευθείαν στην ηλεκτρική καρέκλα.

Μάθαμε από μικροί να καταστρέφουμε τα στοιχεία της φύσης, χωρίς να σεβόμαστε τους κανόνες της και πλέον ήρθε ο καιρός γι αυτή να μας εκδικηθεί. Ακόμα και η πόλη· -δικό μας δημιούργημα- καταφέρνει να μας καταβροχθίζει και να μας αποξενώνει αφήνοντας μας στη μοναξιά μας. Τώρα πια γίναμε δέσμιοι των καλωδίων, των ασύρματων δικτύων και των οπτικών ινών που εισβάλλουν στην καθημερινότητα σαν το σαράκι στα ξύλινα πατώματα των ερειπωμένων πλέον Ξενία. Φτάσαμε να βρισκόμαστε κοντά ο ένας με τον άλλο μονάχα από υποχρέωση.

Κυριακή στην επαρχία. Ξεριζώσαμε τα αιωνόβια λιόδεντρα και σπείραμε στη θέση τους φωτοβολταϊκά φούσκες, μετατρέποντας ολάκερη την ύπαιθρο σε ένα τεράστιο καθρέφτη γκλαμουριάς. Και ο λιγνίτης καλά κρατεί παρόλα αυτά. Τα εκατοντάδες τετράπορτα νισάν ναβάρα καταπίνουν πετρέλαια σωρηδόν την ίδια στιγμή που οι οδηγοί τους –με γεμάτες τσέπες, αραχτοί στα καφενεία- πίνουν κρασιά στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης.

Φτιάξαμε τη βλαχομπαρόκ εποχή μας κονομόντας με ασυδοσία απ τις ανεξέλεγκτες κρατικές επιδοτήσεις. Με τις λογικές των πανηγυριών, των μπιτσόμπαρων, του φέησμπουκ και των σκυλάδικων φωνάζουμε με την τόση ευκολία που μας διακατέχει πως για όλα φταίνε οι άλλοι και κυρίως πως για όλα φταίνε οι ξένοι.

Κι αφήσαμε στη μοίρα τους, τα κάστρα της ιστορίας να γκρεμίζονται. Τα δυτικά τείχη έχουν καταρρεύσει και τώρα γίνανε ένα με τη θάλασσα. Οι προμαχώνες στέκονται πια στον αέρα σαν από θαύμα. Μόνο απ το Μπούρτζι -που αντέχει ακόμα- ακούγονται τις νύχτες οι φωνές των φυλακισμένων. Κι αν τάχατες μας νοιάζει όταν καίγεται η σημαία της χώρας, δε μας ενδιαφέρει διόλου όταν καίγονται τα δάση μας, όταν καίγονται τα μυαλά των παιδιών μας, όταν καίγονται τα δικαιώματα μας, όταν γίνονται στάχτη όσα κατακτήσαμε με αγώνες τόσα χρόνια.

Όλοι μαζί βρεθήκαμε δυστυχώς να βράζουμε στο ίδιο καζάνι. Αυτό είναι το λάθος. Γιατί όλοι μαζί; Αντιστοιχεί άραγε σ όλους μας το ίδιο μερίδιο ευθύνης;


Μέσα στο Κτελ της επιστροφής σχεδιάζω τα βήματα του άμεσου μέλλοντος μου. Νυχτερινή βόλτα στο κέντρο. Μόνος εννοείται. Εξάρχεια, Ομόνοια, Μεταξουργείο. Στου Γκύζη έχω να περπατήσω καιρό. Μεσάνυχτα. Δε σκέφτομαι τίποτα. Οι φλέβες στους κροτάφους μου έχουν πεταχτεί, ο αέρας τ Αυγούστου είναι ζεστός, στα δημοτικά παρτέρια δεν υπάρχουν φυτεμένες μαργαρίτες ούτε για δείγμα! Μου χει τελειώσει ο καπνός. Έχει γίνει κάτουρο η μπύρα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οδηγέ στάματα να κατέβω αμέσως!!! Κατεβαίνω. Μπαίνω στο Κτελ του αντίθετου ρεύματος και αναβάλλω την επιστροφή. Φτάνω πάλι επαρχία. Δεν πρόλαβε ν αλλάξει τίποτα. Τα ίδια σκατά κι εδώ. Κι όλο φεύγω, όλο φεύγω. Πέρα δώθε, μέσα έξω στα Κτελ. Πέρα δώθε. Καράβια και τρένα. Χωρίς κανόνα. Όλη η ζωή μια πράσινη γραμμή του ηλεκτρικού. Μια κόκκινη, μια μπλε, επιλέγουμε το χρώμα της αρεσκείας μας. Τη διαδρομή που μας ταιριάζει. Πειραιάς-Κηφισιά, Κηφισιά-Πειραιάς και τίποτε άλλο.



Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

#22c - Ch for Chaos

Τσαπελόσυκα στου Κώτσου
Ch for Chaos
(...never Christina again? Οr maybe not?)

Η περισυλλογή σύκων μοιάζει να είναι προσωπική υπόθεση. Εκτός από ανάγκη επιβίωσης βοηθάει και στην ψυχολογική ανάταση. Ευτυχώς που στην περίπτωση μου· -τουλάχιστον- οι οχιές με σεβάστηκαν όπως τις σεβάστηκα κι εγώ. Δε μου στησαν καρτέρι. Δεν τρύπησαν με δηλητήριο τα αδύνατα χέρια μου.

Οι ντόπιοι γέροντες μου το χαν τονίσει επαναληπτικώς. Όποτε κατεβάζεις τα δάκτυλα σου στο χώμα για να μαζέψεις τις τσαπέλες να προσέχεις. Αν σε δαγκώσει οχιά κάτω απ το δέντρο της συκιάς ο πόνος είναι εκατό φορές μεγαλύτερος απ ότι κάτω από φυσιολογικές συνθήκες. Θα υποφέρεις οικτρά.

Ίσως. Μα εγώ πλέον ξαφνικά άρχισα να φοβάμαι τις άλλες οχιές. Αυτές που παραμονέυουν κάτω απ τα ξερόχορτα και μέσα στα ερείπια της πόλης. Φυσικά· το αστικό περιβάλλον είναι εχθρικό γι αυτές. Δεν αφήνουν περιθώρια διαπροσωπικών σχέσεων. Η προσπάθεια για θετική επαφή είναι άγνωστη λέξη. Θέλουν παιχνίδι και επιμονή πολύ για να σε μάθουν. Κι αν κάποτε αυτό συμβεί, απ τη συμπάθεια ως τη φιλία υπάρχει διαφορά. Βέβαια. Η συμπάθεια δε σε δεσμεύει. Η φιλιά όμως είναι διαφορετικό πράμα. Δε μπορείς να απαλλαγείς εύκολα από αυτή.

Αυτό το καλοκαίρι θα μπορούσε να είναι μαγευτικό. Αρκέστηκε να είναι μονάχα μαγικό. Αυτά έχουν τα καλοκαίρια. Τις περισσότερες φορές -καθώς φτάνουν στο τέλος τους- αφήνουν μια πικρή γεύση.

Να μην αφήνεσαι πάει να πει πως έχεις αυτοάνοσους αμυντικούς μηχανισμούς που εκχύουν βλέννα απ τους αδένες σου. Να μην αισθάνεσαι πάει να πει πως βγάζεις λέπια ουδετερότητας. Να μην ερωτεύεσαι πάει να πει πως δεν ερωτεύτηκες απόψε. Μάλλον δεν υπάρχει αμοιβαιότητα. Για τ αύριο βλέπουμε. Η ουσία ωστόσο, είναι να καταφέρνεις να εκμηδενίζεις το άπειρο. Έστω και πρόσκαιρα. Άπαξ και το πετύχεις αυτό όμως, τη γάμησες. Απογειώνεσαι στα ουράνια και η προσγείωση σου μετέπειτα σπάνια γίνεται με ομαλότητα. Μπαμ!

Εσύ μου χες πει, -γυμνοί και οι δυό στην άμμο- πως οι ανθρωπολόγοι είναι πιο άνθρωποι απ τους ανθρώπους. Μέτα θυμήθηκα πως είχες σπουδάσει ανθρωπολογία. Άμα το χάος κάνει και ριζώσει μέσα στο μυαλό σου, άντε να βρείς με ποιόν τρόπο θα το ξεριζώσεις ανθρωπολόγε!

Νοσταλγώ πάει να πει πως έχω μνήμη. Αφήνομαι πάει να πει πως δε μετεωρίζομαι. Αισθάνομαι πάει να πει δεν είμαι ανέραστος. Ερωτεύομαι πάει να πει πως υπάρχει μια γαμημένη τρύπα φωτός στο κατάμαυρο σκοτάδι του κελιού που λέγεται μοναξιά. Μετά έρχεται η αγάπη. Πολύ πιο μετα.

Νιώθω πως επηρεάζομαι απ τα γραφτά σου...ξέρεις. Η γράφη μου δε λέει να σταματήσει να μιμείται τη δικιά σου. Και όχι μόνο. Πλέον με πετυχαίνω συχνά να κοιμάμαι μπρούμυτα τα βράδια. Πλέον, σιγά σιγά, μαθαίνω να μετράω την απόσταση σε χρόνο.

Άσε τα λάθη να γίνονται και ποτέ μη μετανοιώνεις για δαύτα. Μόνο οι ανθρωπολόγοι δεν κάνουν λάθη; (γέλια) Ας πάει στα κομμάτια. Στην τελική αυτό είναι η ζωή. Πάντα γελαστοί και γελασμένοι...

Άντε τώρα να επαναφέρεις πίσω στην απειρότητα του, το άπειρο που εσύ ο ίδιος είχες εκμηδενίσει. Το χω ξαναγράψει· δε σκαμπάζω διόλου από μαθηματικά. Εδώ είναι το πρόβλημα. Άραγε πως στο διάτανο λύνεται η εξίσωση του έρωτα; Στη γωνία που σχηματίζει το μεγάλο δάκτυλο του χεριού σου όταν το λυγίζεις -καθώς χαϊδεύεις με τρυφερότητα τα χείλη σου-, ψάχνω να βρω τις δικές μου απαντήσεις.

Ακόμα κι εδώ, στο Μοριά, τα σιλιβούτια πάλι συλλαβίζουν ακατάπαυστα τ όνομα σου. Αυτή τη φορά ξεβράζουν απ τα στόματα τους τη λέξη ΧΑΟΣ.

Και τα αυτόφωτα παραθαλάσσια δράματα, αυτόφωτα παραθαλάσσια δράματα...



24/8/2013