Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Αναρχόσουνγιαπάντα


γραμμένο για την τρίτη και τελευταία γραφή της Ψυτττάλειας Β του Σαμσών Ρακά (αδράξτε τη νύχτα)
 

Μου έχουνε μια ιστορία διηγημένη από παλιά
για έναν επισκέπτη στην Ακρόπολη των Αθηνών
αυτόχειρα κατ επιλογή
που ανέβηκε στο χείλος του στηθαίου να πηδήξει
κατουρήθηκε πάνω του απ τη θέα
κι ύστερα πήδηξε στο κενό
κι εκεί τελειώνει η ιστορία
γιατί δε μου είπανε ποτέ
αν ο επισκέπτης πήδηξε στο έξω το κενό του παρόντος
και χάθηκε
ή στο μέσα το κενό του παρελθόντος
και σώθηκε.

Μου έχουνε μια ιστορία διηγημένη από παλιά
για ένα ποιητή σπάνιο στη σκέψη και λεξηπλάστη
στα χέρια μέτριο όμως
σαν το Σικελιανό στην Ψυτττάλεια
-που εγώ τη γράφω πια με τρία ταφ
το τρίτο ταφ εκ του Τελαμώνος του εκδιωχθέντος εις Σαλαμίνα
κι έγινε ελαμώνος κι έλαμόνος κι έλα μόνος-
που τα έπλαθε μες στο κεφάλι του όλα όμορφα
μα δε μπορούσε να τα γράψει
κι αντί για ποιήματα
αρχαία μνήματα γίνονταν στον Κεραμεικό.

Μου έχουνε μια ιστορία διηγημένη από παλιά
για έναν άστεγο που πλάγιαζε
κάτω απ τις γέφυρες όλου του κόσμου
-του δικού μας κόσμου όχι των άλλων
Κηφισός Καβάλας Καλλιρόης Κατεχάκη-
κάτω στις υπόγειες διαβάσεις μέσα
που ένα ξημέρωμα βρήκε πεταμένο το τυχερό λαχείο
χαμένο λαχείο που κερδίζει όταν κληρώνει
κι εκεί τελειώνει η ιστορία
γιατί δε μου είπανε ποτέ
αν το εξαργύρωσε με βίλλα/μεζονέτα
ή σκίζοντας το σε κομμάτια.

Μου έχουνε ακόμα ιστορίες κι άλλες
διηγημένες από παλιά
για ένα άκακο ερπετό δίχως άκρα
που οι άνθρωποι χρόνια συνήθιζαν να το σκοτώνουν
περνώντας το για φίδι
γιατί δεν έμαθαν ποτέ
γιατί δεν θα μάθουν ποτέ
ότι δεν είναι φίδι
κι ακόμα το σκοτώνουν
σσσσσς pseudopus apodus!
για ένα καπετάνιο πάνω σε γκαζάδικο δίχως πλήρωμα
που το πλήρωμα του χρόνου τον έσπρωξε
πάνω στην ξέρα να βυθίσει το καράβι
γιατί χρόνια τριγυρνούσε στις θάλασσες
και δεν έβρισκε λιμάνι να ξαποστάσει
ούτε Ιθάκη ούτε Πηνελόπη
σσσσσς πολυταξιδεμένο μου!
για έναν ελεγκτή κομίστρου
ένα κυνηγό κεφαλών στα αστικά λεωφορεία
που έβαζε το μπόνους των ελέγχων στη μπάντα
για να αγοράσει όπλα για την επανάσταση
καλάζνικοφ αρπιτζί χειροβομβίδες εκρηκτικά
αρχίζεις με κοινωνικό κανιβαλισμό
τελειώνεις με επανάσταση
σσσσσς εσύ δικαιολογείς μια τέτοια επανάσταση;

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Ανώνυμοι θάνατοι του ισπανικού μετώπου


SPAIN. Republican soldiers in combat. 1936.
στη Σαρλότ που μου ξαναθύμησε τον Ισπανικό Εμφύλιο

Λίγο έξω απ τη Μάλαγα
στο Αλμουνεκάρ
έπειτα από ένα τετραήμερο βροχών
θανάτινη ομίχλη
μέσα στο μπαρουτοκαπνισμένο καμιόνι
δύο άντρες
μια γυναίκα
ένα μικρό αγόρι
κι ένας σκύλος
δύσκολα ξεχωρίζουν
οι μαύρες
απ τη φωτιά
φιγούρες τους.

Στον ισπανικό νότο
όλοι σηκώνουνε τους ώμους.

Μόνη διέξοδος η Σιέρρα, λένε.
Η Μάλαγα έχει πέσει προ πολλού.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χωρίσαμε


θυμάμαι που ερχόσουν και μ έπαιρνες απ το χέρι και περπατούσαμε στα μονοπάτια του εθνικού κήπου ή κάναμε ποδηλατάδα πάνω απ το θησείο στα στενάκια της πλάκας και στα πετράλωνα θυμάμαι μια φορά στο δάσος που πήγα να κόψω να σου χαρίσω ένα λουλούδι κι εσύ μόνο που δε με σκυλόβρισες γιατί ήθελες τα λουλούδια να τα βλέπεις να μεγαλώνουν στο χώμα κι όχι να μαραίνονται στις κλειστές σου παλάμες θυμάμαι που κοιτούσαμε απ την ταράτσα σου τη βροχή των περσείδων που έπεφταν απ τον ουρανό εκείνο το καλοκαίρι που η αθήνα έβραζε κι εμείς είχαμε ξεμείνει  από λεφτά και φανταζόμασταν με τη φαντασία μας φανταστικές διακοπές στο μαρόκο στην τουρκία στο λίβανο θυμάμαι τις αξέχαστες κουβέντες και τις συζητήσεις μας πάνω στην αρχιτεκτονική την ποίηση τη φιλοσοφία τα πολιτικά τεκταινόμενα την ιστορία πίνοντας βότκα εγώ και εσύ τζιν στον ακάλυπτο του πέτρου και της εύης που μας τον είχανε παραχωρήσει για να δροσιζόμαστε ενώ εκείνοι μπανιάριζαν στην ικαρία θυμάμαι που με αγκάλιαζες και με διαπερνούσε ένα ρίγος περίεργα όμορφο και ηλεκτρικό κι εγώ μετά σε φιλούσα πίσω απ τον λαιμό και μου έλεγες να μη σταματήσω ποτέ γιατί το απολάμβανες αφάνταστα θυμάμαι ύστερα που με παράτησες ένα ηλιόλουστο μεσημέρι που βγήκαμε στις αγορές γιατί εγώ σου χα πει πως ήμουν αγοραφοβικός από γεννησιμιού μου