Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Καλαμάτα 9 Μάη 1934

απ τον τοπικό τύπο της εποχής (α)
(β)

(γ)
Για την εξέγερση των μυλεργατών στην Καλαμάτα τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί πολλά, από διάφορο κόσμο που έχει αναδείξει το ζήτημα. Έγω παραθέτω το κείμενο του Μπούρμπουνα για τα γεγονότα του Μαίου του 1934 ΕΔΩ.
Ωστόσο μέσα στις γενικές πληροφορίες που μας έχουν εξιστορήσει η παλιοί έιναι και μια που σχετικά πρόσφατα έφτασε στο αυτί μου, απ τον μπαρμπά Μήτσο τον Βάγια, αντάρτη στα χρόνια του εμφυλίου στην περιοχή του Μωριά. 
Κατά την προσπάθεια της κατάπνιξης της απεργίας των εργατών στην Καλαμάτα το 34 ο αξιωματικός που έλαβε την εντολή εκ των ανωθεν για πύρ και διέταξε τους στρατιώτες να καταπνίξουν την απεργία ονομαζόταν Διακουμογιαννόπουλος. Μετέπειτα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ο ΕΛΑΣ έχοντας έλλειψη αξιωματικών ζήτησε την ένταξη του Διακουμογιαννόπουλου στο αντάρτικο. Ο ίδιος τους είπε: "έγω είχα δολοφονήσει εργάτες το 34 στην Καλαμάτα, πως θα μπορέσω τώρα να έρθω μαζί σας;". Τελικώς ο Διακουμογιαννόπουλος (Στέλιος νομίζω στο μικρό) αναδείχθηκε σε μια απ τις ηγετικές μορφές του ΕΛΑΣ στη Μεσσηνία αλλά και σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Για την ιστορία, ο μπαρμπά Μήτσος που μου έχει εξιστορήσει πολλά από εκείνα τα χρόνια, ζει και βασιλεύει, 90κάτι χρονών. Η δική του προσωπική ιστορία θα μπορούσε να γίνει κάλλιστα ταινία.


Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

κάθε ταξίδι αρχίζει μ ένα βήμα

με αφορμή το πρωτότυπο #100 του Σμόλαξ 

#100 έφτασε στον προορισμό του, η μέλισσα λέει γειά

Αν ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι κι αν όντως δε μας πουλάνε παραμύθι τόσα χρόνια είναι για να μην πάει άκλαυτη η πασίγνωστη φωτογραφία με την πατούσα του αστροναύτη. Ξέρεις, εκείνη η φωτογραφία που πρωτοείδαμε στα σχολικά βιβλία ιστορίας του δημοτικού. Όση διαφορά ηλικίας κι αν έχουμε.
Προσπαθείς να γράψεις για τις μέλισσες και καταλήγεις στα μυρμήγκια. Βήμα το βήμα, φτερά πουθενά. Μυρμήγκια μιλιούνια στρατός. Μα εγώ λέω να παίξω σκάκι στις ασπρόμαυρες πλάκες του αίθριου στο κτήριο Αβέρωφ του ΕΜΠ. Να διατάξω τους στρατιώτες και τους τρελούς μου αξιωματικούς να χορέψουν κι ύστερα να πάρουν στο κυνηγητό όσους φοιτητές αρχιτεκτονικής κουβαλάνε τσάντα ΠΛΑΙΣΙΟ.
Ο παραλογισμός του βαδίσματος θα σε συναντήσει στα μονοπάτια με τα ξύλινα μαδέρια της πλατείας έξω απ το σταθμό του μετρό στον Κεραμεικό. Μαδέρι γκαζόν μαδέρι γκαζόν. Μαδέρι βήμα μαδερογκαζόν. Αν είσαι τυχερός μπορεί απλά να ζαλιστείς. Αν είσαι άτυχος μπορεί και να πέσεις. Τσέκαρέ το.
Οι Καρυάτιδες που λείπουν δεν είναι στο μουσείο. Όχι. Μας παράτησαν γιατί μας βαρέθηκαν. Μαζέψανε τα απολύτως απαραίτητα άρον άρον και τσουπ μ ένα βήμα ένα βράδυ την κάνανε απ την έξοδο κινδύνου την ώρα που οι νυχτοφύλακες κοιμόντουσαν. Και τώρα; τώρα περνάνε ζωή και κότα σε κάποιο νησί τύπου lost. Εκείνες του μουσείου, μη σε ξεγελάνε, είναι πιστά αντίγραφα και τίποτε άλλο.
34χρονη καθαρίστρια πηδά από δημόσιο κτήριο τρία στενά κάτω απ το σπίτι σου. Κάνει ένα βήμα και μετά από δεκαπέντε μέτρα κείτεται νεκρή στον ακάλυπτο. Η ζωή συνεχίζεται όμως κι εσύ το μαθαίνεις κατά τύχη στα πηγαδάκια του παντοπωλείου την επόμενη μέρα. “Δεν παίρνουμε χαμπάρι” πάει να πει πως ζούμε στους μικρόκοσμούς μας συναρτήσει του χρόνου που μας σέρνει από πίσω του. Τα βήματα μας όταν προστίθενται κάνουν τέλειους κύκλους μα εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα.  Μη δίνεις σημασία, γράφω ασυναρτησίες.
Αυτοκτονούμε για να ζήσουμε, ζούμε για να ταξιδεύσουμε, ταξιδεύουμε για να μην αυτοκτονήσουμε.

#100 (α)

#100 (β), ουφ!

#100 (γ), η (προ)τελευταία διαθήκη μου

*bonus_track*