/να αποδράσουμε και να αυτοεξοριστούμε σύγκορμοι/
Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014
δώσε ευκαιρία στην αφή
με αφορμή το πρωτότυπο #4 του Παντελή
(υ.γ.: δεν υπάρχει παγκόσμια ημέρα ποίησης· ποίηση είναι η κάθε μέρα)
Το χέρι ετούτο, αλί, κι όταν ορμήσει
(υ.γ.: δεν υπάρχει παγκόσμια ημέρα ποίησης· ποίηση είναι η κάθε μέρα)
![]() |
| #4 (α) |
Το χέρι ετούτο που άξια μου χαρίζει
μόνο μου βιός και κέρδος το ψωμί,
Το χέρι ετούτο, εμπόρευμα που αξίζει
κι έχει ξεπέσει τόσο στην τιμή…
Το χέρι ετούτο, χρήσιμο εργαλείο
που σπάει κι ιδρώνει πάντα στη δουλειά,
Είτε κασμά βαράει στο μεταλλείο
είτε σκαλίζει πρόστυχα λιλιά…
Το χέρι ετούτο, που κρατάει δρεπάνι,
πένα, τιμόνι, σίδερο, σφυρί,
Στο δρόμο, στο εργοστάσιο, στο λιμάνι,
που σφίγγει και ματώνει και βαρεί…
Το χέρι ετούτο, που βωμούς υψώνει,
μέγαρα, θρόνους, μπάγκες, εκκλησίες,
Που ανοίγει τον Παράδεισο και στρώνει
πούπουλα και μετάξια κι ομορφιές…
Το χέρι ετούτο, που άνεργο όταν μείνει
και το ψωμί του απλώνει και ζητά,
Βάρβαρος νόμος άδικα το κλείνει
κι η φυλακή στ΄ αλύσια το κρατά…
Το χέρι ετούτο, αλί, κι όταν ορμήσει
κι άγρια υψωθεί με μίσος σε γροθιά,
Ξέρει γερά μαχαίρι να κρατήσει
ξέρει ν΄ανάψει ακέρια τη φωτιά…
Ξέρει να ρίξει, ως ήξερε να χτίζει,
να πλερωθεί το απλέρωτο ψωμί,
Το χέρι ετούτο, εμπόρευμα που αξίζει
κι έχει ξεπέσει τόσο στην τιμή!...
![]() |
| #4 (β) |
Τρίτη 25 Μαρτίου 2014
να βλέπεις και πέρα απ την εικόνα…
με αφορμή
το πρωτότυπο #6 της Όλγας
| #6, μεταποίηση στον Fred Boissonnas |
(…εκεί κάπου στο βάθος.)
-Το
ισόγειο-
Αν περπατήσεις την οδό
Ακροκορίνθου ξεκινώντας από τον κάτω πεζόδρομο και πηγαίνοντας προς την
κεντρική λεωφόρο, στ αριστερό σου χέρι, στον αριθμό 6 του δρόμου, υπάρχει ένα
κτίριο που πάνω στην ξύλινη πόρτα του ισογείου του έχει γαντζωμένη μια κουβανέζικη
σημαία. Αν είσαι τυχερός -όπως ήμουν κι εγώ όταν πέρασα από κει την πρώτη φορά-
και βρεις τα πατζούρια του ισογείου ανοιχτά και τις κουρτίνες του παραθύρου
τραβηγμένες, στάσου για λίγο και κοίταξε μέσα.
Ο κάτοικος αυτού του
ισογείου θαρρώ πως κάποτε ήταν φωτογράφος, μάλλον ερασιτέχνης, μπορεί όμως και
επαγγελματίας. Πηγαίνοντας κοντά στο παράθυρο, κοιτάζοντας προς τα μέσα, θα
δεις στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης τρεις φωτογραφικές μηχανές παραταγμένες σε
σειρά. Μια μοναδική Leica
M3, μια σπάνια Agfa Super Isolette του
1953 και μια νέας γενιάς παιχνιδιάρα Fuji X-Pro1. Αριστερά απ τη βιβλιοθήκη, περήφανη
πάνω στο ξύλινο τρίποδο της, σε κοιτά επίμονα η μεγάλου φορμά γιαπωνέζικη Tachihara, υπεύθυνη ίσως για την
αποτύπωση των ωραιότερων τοπίων της γης.
Κι έπειτα, αν στρέψεις το
βλέμμα σου προς τον τοίχο θα παρατηρήσεις σίγουρα τα διάφορα ασπρόμαυρα
πορτραίτα γυναικών και αντρών που στέκονται καδραρισμένα πάνω του. Αν
παρατηρήσεις λίγο καλύτερα, ίσως διαπιστώσεις το κοινό που έχουν όλα αυτά τα
πορτραίτα μεταξύ τους. Όλα τα μοντέλα έχουν σταθεί απέναντι από έναν καθρέφτη
και ο φωτογράφος, ο κάτοικος του σπιτιού, έχει τραβήξει το είδωλο τους
εστιάζοντας στον καθρέφτη. Διαφορετικό μοντέλο, διαφορετικός καθρέφτης κάθε
φορά. Διαφορετικές περιοχές του πλανήτη.
Μέση Ανατολή, Αφρική, Ελλάδα, Κίνα, ακόμα και Μεξικό. Ίσως αυτό να ήταν το
ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ανθρώπου καθ όλη τη διάρκεια της
φωτογραφικής του περιπέτειας. Πορτραίτα ειδώλων ανά τον κόσμο.
Όμως δεν είναι καθόλου περίεργο.
Πολλοί φωτογράφοι είχαν και έχουν διάφορες συνήθειες και συγκεκριμένα χούγια. Ο
Άνσελ Άνταμς συνήθιζε να φωτογραφίζει το ηλιοβασίλεμα, συγκεκριμένη ώρα της
μέρας λαμβάνοντας υπόψη του ακόμα και το δευτερόλεπτο. Ο Μίροσλαβ Τισί ζώντας
στο περιθώριο τράβαγε φωτογραφίες με χειροποίητες φωτογραφικές μηχανές που
έφτιαχνε από σκουπίδια. Ο Κεν Ρόκγουελ έχει φετίχ να φωτογραφίζει κοινόχρηστες
τουαλέτες. Ο Νίκος Οικονομόπουλος -αν θυμάμαι καλά- είχα ακούσει κάποτε πως
περίμενε δύο μέρες στο χιόνι για να φωτογραφίσει τον πρώτο άνθρωπο που θα
περνούσε απ το χιονισμένο τοπίο που βρισκόταν μπροστά του. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ως φωτογράφος είχε χούι να φωτογραφίζει παιδίσκες,
καθώς τις θεωρούσε μέρος του ποιητικού υπερρεαλιστικού του οράματος. Περί ορέξεως,
φωτογράφηση.
-Ο
όροφος-
Αλλά εγώ, στο κτίριο με τον
αριθμό 6 της οδού Ακροκορίνθου, στάθηκα περισσότερο στο στενό μπαλκονάκι του
ορόφου. Εκείνο ήταν που μου τράβηξε την προσοχή. Το κτίριο φαίνεται να ναι κατασκευασμένο
στις αρχές της δεκαετίας του 1950, λίγο μετά τον πόλεμο. Το στενό μπαλκονάκι
λοιπόν, είχε κάτι ιδιαίτερο εκείνη την πρώτη φορά, που δεν το ξανασυνάντησα
έκτοτε όσες φορές κι αν πέρασα από κει, επίτηδες ή κατά τύχη.
Και δεν ήταν ούτε το
γαλανόλευκο κοντάρι, το δίχως σημαία που προεξέχει περήφανο και μόνο, ούτε οι
γλάστρες με τους κάκτους που γεμίζουν τη μια γωνία του μπαλκονιού αλλά ούτε και
η όμορφα άσχημη σπιτονοικοκυρά που τίναξε στιγμιαία τα χαλιά. Το ιδιαίτερο
στοιχείο που έδινε νόημα στην εικόνα και τη χρωμάτιζε ήταν τα δύο κλουβιά
κρεμασμένα στον τοίχο αριστερά και δεξιά, το κίτρινο και το κόκκινο καναρίνι.
Κι αν εκείνη την πρώτη φορά
δεν είχα τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου για να απαθανατίσω τη σκηνή, από τότε
που την κουβαλάω πάντα δεν έχω πετύχει ποτέ ξανά εκείνο το ίδιο κάδρο που θα
ήθελα, με τα δύο καναρίνια στα κλουβιά και τον μεσημεριανό ήλιο να σκουντά τον
τοίχο. Μα είμαι σίγουρος για ένα πράγμα. Πώς αν κάποια στιγμή ξανασυναντήσω
περνώντας από εκεί την πολυπόθητη εικόνα μου, δε θα τραβήξω φωτογραφία. Όχι.
Απλά θα σταθώ, θα πάρω μια μεγάλη ανάσα και θα την αποτυπώσω βαθιά στη μνήμη
μου. Μόνο έτσι πιστεύω πως θα τη θυμάμαι για πάντα. Σαν ένα όνειρο.
![]() |
| #6 (α) |
![]() |
| #6 (β) |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



