Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Χρόνος για Ξόδεμα #2 - Κήλη μεσοσπονδύλου (ένα βήμα πριν χαθεί το βήμα)



Nikos Economopoulos, GREECE. 1988. Arachova Village. Feast of Saint George. A disabled young boy lies near the festivities.


Κήλη μεσοσπονδύλου (ένα βήμα πριν χαθεί το βήμα) 

Όταν πέφτει ο ήλιος, πέφτει και η θερμοκρασία φυσικά.
Όταν μπαίνει η άνοιξη ο πόνος γίνεται αφόρητος.
 #
Αλλάζουν οι υγρασίες, τα βαρομετρικά,
η σπονδυλική στήλη φθείρεται,
το πόδι βηματίζει αλογίσια,
στο επίπεδο Ο4-Ο5 όλα είναι πιθανά
το χουνε δείξει άλλωστε και τα στατιστικά,
οι ιατρικές έρευνες, οι αμέτρητες μελέτες
σπουδαίων ιατρών και επιστημόνων.
 #
Δε φταίει το βάρος –πριν από έξι χρόνια-
απ’ τα φορτία στο πρακτορείο με τις εφημερίδες,
δε φταίει η κληρονομικότητα, το άγχος.
 #
Το σώμα υποφέρει,
δε στέκεται το σώμα,
το σώμα δε σηκώνεται
παρά μόνο ύστερα από δεκαεπτά μετρημένες προσπάθειες
σε κλάσματα ωρών,
το σώμα δεν κοιμάται,
πλαγιάζει σε σίγμα τελικό,
πάντα σε τελικό και υπερσυντέλικο.
 #
Αντέχει ωστόσο το σώμα,
-με δυσκολία-
σε θλίψη και τριβή,
στρέψη και πλαγιές καταπονήσεις,
αντέχει στη χρήση χαπιών και κάθε λογής ενέσιμων,
καταθλίψεων και μίνι ψυχικών διαταραχών.
 #
Συλλογισμός.
 #
Όταν πεθαίνεις μέχρι που πεθαίνεις;
διερωτάται ο Καρούζος λίγο πριν φύγει
-ασυμφωνία-
δεν έρχεσαι
για πάντα φεύγεις,
φυγόκεντρος
για πάντα φυγόκεντρος.
 #
Κι έπειτα
μπαίνει στο παιχνίδι το νυστέρι
μαζί και το ρομποτικό μηχάνημα.
 #
Νάρκωση.
 #
Ανάσκελα,
μπροστά σε μια μεγάλη οθόνη LCD
με ιατρικές ενδείξεις.
 #
Κι έπειτα
μπαίνει στο παιχνίδι το μυαλό
μαζί με τη εναπομείνασα σκέψη.
 #
Σκέψη.
 #
Μια γυναίκα,
κάποια χιλιόμετρα πιο μακριά,
να ψάχνει απεγνωσμένα,
την ορθότητα
στη δεξιά πλευρά
του προσώπου της.
 #
Ευτυχώς που όλα τέλειωσαν καλά.



Α.Σ.(Χρόνος για Ξόδεμα)
23/10/2012

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Γνωριμία με τη Μερλάνα ντε Τροκ





Φυλλαμουχλαλάτι
Ψευτοθυμήθηκα μιάν ιδιότητα ασύδοτη
γεμάτη τα μέλη του πλήθους.
Αχ και πως σφαδάζουνε -πως διασκεδάζουνε!

Αχνή η υπόσταση του σήμερον
μα και με κάποια υποτυπώδη σημασία...
Λιγοστέψανε οι λιμνάζουσες κοπέλες
λιγοστέψανε τα συμπράγκαλά τους
οι κινήσεις τους λιγοστέψανε.

πάνω σ' ένα ταψί μάτια ψαριών,
δάχτυλα νυσταλέα
νταβανόβουρτσα και δίκταμο η ανάσα.

Θέλω να κυλάω, τώρα. Να κυλάω να κυλώ να κυλάω, σαν από το ποτήρι
λίγο έξω να βρέθηκα, σαν να είπα:

δεν πειράζει που δε με θυμάσαι



Στο σκοτάδι η ζωή είναι αληθινή
Το δέντρο, το μόνο κίνητρο.
και το διάστημα, το ελαστικό κλειδί της φαντασίας.
το ελαστικό μάτι της κλειδαριάς, πώς λικνίζεται
και πώς επαναλαμβάνει τις λέξεις μία μία.
Σαν καμιά πελώρια ποντικοπαγίδα που χωράει
πολλά ποντίκια.
Νομίζω, πρέπει να αποδεχτούμε την πραγματικότητα. να
λυγίσουμε στο βάθος της πραγματικότητας,

πρέπει να υποθέσουμε, όπως δεν έχουμε ξαναϋποθέσει ποτέ.
να μας σκάσει η βαριά μπάλα της πραγματικότητας
με δύναμη στα μούτρα και να μην πιστέψουμε τίποτα πια.
για να τα πιστέψουμε όλα και ταυτόχρονα

 

Στεναχωρήθηκα απ' αυτά
Τα κιάλια αγόρασα για να βλέπω καλύτερα μακριά
Κοντά για να μη βλέπω
Που ‘χει πέτρες και μάστιγα κι αντίληψη
Μακριά στο σκήνο
Με τρυφερά τα πόδια να λιώνει η μέρα
Να γίνεται ποταμάκια ροδακινιού παγωτού που κελαρύζουν
Δω πέρα η Ουκρανία να φλέγεται
Και τα παιδιά τέρατα που γεννιόνται ακόμα να μη βλέπω

Ένα μεγάλο μονοκιάλι μετά αγόρασα
Και τα λεφτά μου πεταμένα δεν πήγαν



Μερλάνα ντε Τροκ

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Χρόνος για Ξόδεμα #1 - Αθήνα

Από την πρώτη εποχή (2006-2008)

Εργατικές πολυκατοικίες Αγ. Αντώνη, Περιστέρι, 13/10/2012

Αθήνα

Αναπόφευκτα μια πόλη μ άτακτη ρυμοτομία.
Τριγύρω οι κολώνες και οι τοίχοι αφισόραμα.
Αδέσποτα σκυλιά πιο πέρα ν αλυχτάνε.
Άνθρωποι που τσακώνονται για μια άδεια θέση στον Ηλεκτρικό.

Θεόρατα σπίτια και μαγαζιά φτιαγμένα από σκυρόδεμα.
Σκουπίδια στους δρόμους, στα πεζοδρόμια…παντού.
Αυτοκίνητα κονσερβοποιημένα, σα διαστημόπλοια.
Άνθρωποι γνωστοί που χαιρετιούνται στον πληθυντικό.

Φωτεινές επιγραφές και λάμπες από νέον.
Στριγκλιές των κλάξον, κόρνες, σειρήνες πανικού.
Κεραίες στις ταράτσες, στις βεράντες, στα μπαλκόνια.
Άνθρωποι του μεροκάματου, που ζουν για ένα πιάτο φαγητό.

Πλατείες των οικονομικών μεταναστών και των αστέγων.
Κυκλοφοριακή συμφόρηση έχει και σήμερα όπως πάντα!
Τα ίδια ποδοβολητά ρουτίνας, οι ίδιες φωνές, οι ίδιοι ψίθυροι.
Άνθρωποι, των ανθρώπων, τους ανθρώπους, ω άνθρωποι.


Α.Σ.(Χρόνος για Ξόδεμα)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Του κήπου* μας τα γιασεμιά

*δημοτικό φυτώριο, πάρκο Τρίτση, Λιόσα, 12/10/2012

γιασεμί (γιαπωνέζικο)

γιασεμί (χιώτικο)

μπλε γιασεμί ή πλουμπάγκο

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

anaparastasi

anaparastasi

eikona: cyril blazo


στον ύπνο μου καμιά φορά
ακούω σφυριά να βαράνε επαναληπτικά
αλλά δε δίνω πολύ σημασία
γιατί δεν έχουμε ΑΤΜ στη γειτονιά
μόνο ένα περίπτερο σπαστό
που σήμερα είναι αύριο δεν είναι
ανάλογα με τις ανάγκες του γυρίσματος
κι εγώ τι είμαι
ένας κομπάρσος σε μπι μούβι
*
κλείνω τα μάτια
κι όλα μου μοιάζουνε
με μια κακή σκηνοθεσία
ποιος είπε οτι κοιμόμαστε τα βράδια
το θάνατό προβάρουμε αμακιγιάριστοι
κι αν ξυπνάμε το πρωί ξανά
είναι που είμαστε ατάλαντοι
*
σήμερα για παράδειγμα
με ξύπνησε ένα φρενάρισμα επίτηδες
να μου κοπεί το όνειρο
-έβλεπα αδέσποτα κοπάδια αλόγων-
και να ανοίξω τα βλέφαρα πριν τις 6:30
να δω οτι κοιμάμαι μόνος μου
και να ανάψω τσιγάρο
να πιω τη γουλιά που είχε μείνει
από το βραδινό ουίσκι
και να μου γαμηθεί ξανά η μέρα
γιατί πρέπει να είσαι τέρας για να αντέξεις
τη μοναξιά στις εφτά παρά τέταρτο
*
ακόμα κι ο ελαφρύς πόνος
που νιώθω μετά μέσα στο λεωφορείο
κακογραμμένο σενάριο μου μοιάζει
-απροειδοποίητος
σαν το χλιμίντρισμα τού αλόγου-
τίποτα το ιδιαίτερο όμως, μη φανταστείς
ένα μικρό πονάκι κάπου στο στήθος
αλλά δε λέει να σταματήσει κάθε τόσο
κι αντί να πω στο διπλανό μου:
πονάω, φίλε πονάω
σφίγγω τα χείλια και κατεβαίνω
στην επόμενη στάση
σαν τα σκυλιά που ψάχνουνε
μια αποθήκη να ξεψυχήσουν
*
βέβαια ο γιατρός είπε να κόψω το κάπνισμα
εγώ έκοψα το γιατρό
όλοι θα πεθάνουμε σε ένα εξωτερικό γύρισμα,
του είπα
*
και μετά συνέχισα ποδαρόδρομο
μέχρι το σπίτι
ανέβηκα την ανηφορά
έφτασα στη κορυφή
με καλή υγεία
τότε κοίταξα πίσω
και είδα την ανηφόρα που ανέβηκα
τώρα αν είναι δυνατόν
να έχει γίνει κατηφορά
και κάπου εκεί χάνεται η επικοινωνία
*
ανηφορά κατηφόρα ο ίδιος δρόμος
δε μας το είπατε αυτό κυρία
και γίνομαι μια ρόδα που κουτρουβαλάει
τρέχω να τη πιάσω
και ο σκηνοθέτης μου λέει
φύγε απ' το πλάνο αμέσως
*
τώρα νύχτωσε πάλι
θα κάνω πρόβα τα λόγια μου
κι ύστερα θα πάρω αγκαλιά τα μαξιλάρια
να ξέρω όταν τινάζομαι στον ύπνο μου
τότε που με πυροβολούνε στο μπι μούβι
ότι δεν πρόκεται τουλάχιστον
να χυθούνε αίματα εδώ κι εκεί
*
δε παίζω πολύ βέβαια,
στο 0:20 της ταινιάς,
κάπου εκεί πεθαίνω κάθε νύχτα
κι είναι τότε που το παράλληλο σύμπαν λυγίζει
και πέφτει
τώρα γινονται χιαστί
μέσα στο κουλούριασμά μου
και η ζωή μου έχει σήμα
το ακατάλληλο για όλους
*
ε λοιπόν δε ζω για να πιστεύω
οτι τ' άλογα τα πεταλώνουν
φωνάχτε σ' όλους πως τους καρφώνουν
τις πρόκες στις πατούσες.
*


σαμσών ρακάς
17/Σεπ/2012


Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Σημειώσεις μιας ζωής ποιήματα, τραγούδια και πεζά


Στις 13 Οκτώβρη, Σάββατο, 8 μ.μ., στο Θέατρο του Ν. Δημαρχείου Περιστερίου θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του συναγωνιστή Ηλία Φωτιάδη, με τίτλο "Σημειώσεις μιας ζωής ποιήματα, τραγούδια και πεζά".


Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Η γιορτή του Σαν Χουάν



φωτογραφία από το σήμερα



παρμένο από την έντυπη έκδοση δρόμου Radio 30/900


1967
Λιαλιάγουα
Η γιορτή του Σαν Χουάν


Οι Βολιβιανοί μεταλλωρύχοι είναι παιδιά της Παναγιάς κι ανίψια του Διαβόλου, όμως κανείς δεν τους γλιτώνει από πρόωρο θάνατο.  Χωμένοι στα έγκατα της γης, αποδεκατίζονται από την ανελέητη σκόνη της στοάς, που πέφτει σαν βροχή: σε μια μόνο στιγμή, μερικά χρονάκια, τα πνευμόνια γίνονται πέτρα και φράζουν τα μονοπάτια του αέρα. Αλλά πριν ξεχάσουν τα πνευμόνια να αναπνέουν, η μύτη ξεχνά τις μυρωδιές, η γλώσσα τις γεύσεις, τα πόδια γίνονται μολύβι, και τα χείλη ξεστομίζουν μίσος και εκδίκηση.
Βγαίνοντας από τη στοά,  οι ,μεταλλωρύχοι αναζητούν τη γιορτή.
Όσο κρατάει η σύντομη ζωή και τα πόδια κινούνται, χρειάζονται να τρώνε πικάντικα, να πίνουν δυνατά ποτά, να τραγουδούν και να χορεύουν στο φως της φωτιάς που ζεσταίνει τα υψίπεδα.
Απόψε είναι η νύχτα του Σαν Χουάν, η μεγαλύτερη γιορτή, και ενώ ο κόσμος γλεντά, ο στρατός παραμονεύει στα βουνά. Σε τούτα τα μέρη δεν ξέρουν τίποτα για τους αντάρτες του μακρινού ποταμού Νιανκαουασού, παρότι λένε πως λένε ότι αγωνίζονται για μια όμορφη επανάσταση, άγνωστη όπως η θάλασσα.
Όμως ο στρατηγός πιστεύει πως μέσα σε κάθε μεταλλωρύχο κρύβεται και ένας εκκολαπτόμενος τρομοκράτης.
Πριν ξημερώσει, με το που τελειώνει η γιορτή του Σαν Χουάν,  τα όπλα ισοπεδώνουν το χωριό Λιαλιάγουα.


Eduardo Galeano
Μνήμη της Φωτιάς