Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

ονειροπέδιο

Ο Σεπτέμβρης φτάνει στο τέλος του. Στο προαύλιο των παιδικών μου χρόνων είναι μεσημέρι. Όλος ο τόπος κατάφυτος. Τα πεύκα, οι μουριές, ο τεράστιος ευκάλυπτος πίσω απ τις κούνιες. Θυμάμαι τότε που ήμασταν παιδιά κ είχαμε φτιάξει πάνω σ αυτόν τον ευκάλυπτο ένα ξύλινο σπίτι. Το ξύλινο σπίτι είναι ορατό. Ο αέρας μοσχοβολάει ρετσίνι και μελισσόχορτο. Το χώμα είναι παντρεμένο με ξερές πευκοβελόνες. Ο ήλιος είναι παντρεμένος με σύννεφα. Μια παρέα νέων ανθρώπων παίζει ποδόσφαιρο. Έχουνε βάλει για αυτοσχέδια δοκάρια ξύλινα μαδέρια που χουν για βάση τους τσιμεντόλιθα. Αναγνωρίζω μόνο τον ξάδερφό μου απ όλη την παρέα. Όλοι οι υπόλοιποι μου φαίνονται άγνωστοι. Βρισκόμαστε στο παρόν ενός παρελθόντος ή καλύτερα σε δύο ετεροχρονισμένα στιγμιότυπα. Ή κάπως έτσι. Όλα είναι όπως τότε εκτός από εμάς που βρισκόμαστε ηλικιακά σε χρόνο πραγματικό.
Με βλέπω να παρατηρώ το παιχνίδι. Διακρίνω στην παρέα ένα κορίτσι με μακριά σπαστά μαύρα μαλλιά και γυαλιά μυωπίας. Δεν είναι όμορφη αλλά δεν έχει σημασία. Είναι γύρω στα 16 και στο αριστερό της πόδι που λείπει, είναι τοποθετημένο ένα προσθετικό μέλος. Το τεχνητό μέλος ξεκινάει λίγο πιο πάνω απ το γόνατο και εκτείνεται μέχρι τα παπούτσια. Τα παπούτσια αγκαλιάζουν το τεχνητό μέλος. Το κορίτσι φαίνεται να απολαμβάνει το παιχνίδι. Αυτό τουλάχιστον προδίδουν οι σχηματισμοί και οι γραμμές του προσώπου της. Παρά τη δυσκολία κίνησης τρέχει σα σίφουνας και χειρίζεται τη μπάλα με μαεστρία. Αυτό και μόνο την κάνει ξεχωριστή. Αυτό που δεν τα παρατά μα προσπαθεί για το περισσότερο. Ο ξάδερφός μου έχει ένα ξενερωμένο ύφος, πιθανόν επειδή δε μπορεί να τις κλέψει τη μπάλα απ τα πόδια. Γελάω μαζί του. Γελάω με τις παιδικές αντιδράσεις στο πρόσωπο ενός άντρα.
Ξαφνικά η μπάλα έρχεται τυχαία κατά πάνω μου. Τη σταματάω και σημαδεύω στο βάθος για να την επιστρέψω. Όλοι με κοιτάνε. Παίρνω δυο βήματα φόρα και πάνω στο σουτ βρίσκω αέρα και σωριάζομαι στο έδαφος. Εκείνη τη στιγμή ο ξάδερφός μου είναι αυτός που γελάει με μένα. Οι ρόλοι αντιστρέφονται. Το κορίτσι με το προσθετικό μέλος έρχεται και με βοηθά να σηκωθώ. Ξεσκονίζομαι απ τις πευκοβελόνες και τα χώματα και αποχωρώ ντροπιασμένος. Αρκούμαι σε μια γωνιά αυτή τη φορά να παρατηρώ το παλιό πέτρινο κτίριο. Οι άλλοι συνεχίζουν το παιχνίδι τους.
Το παλιό πέτρινο κτίριο βρίσκεται στην άκρη του προαυλίου. Χτισμένο το 1932, κάποτε ήταν σχολείο και στον εμφύλιο χρησιμοποιήθηκε σαν κρησφύγετο απ τους αντάρτες που κρυβόντουσαν κάτω απ το ξύλινο πάτωμα, ανάμεσα στα υποτυπώδη θεμέλια. Μπαίνω στο κτήριο. Στη μεγάλη σχολική αίθουσα -με το μαυροπίνακα μπογιατισμένο στον τοίχο- η ξανθιά δασκάλα παραδίδει μαθήματα μιας διαλέκτου αγνώστου ταυτότητος. Η δασκάλα είναι όμορφη αλλά δεν έχει σημασία. Η διάλεκτος που διδάσκει δεν προσδιορίζεται. Είναι συνονθύλευμα από τούρκικα, εβραϊκά και γαλλικά. Κάτι τέτοιο. Μπερδεμένος φεύγω. Απ το διπλανό γραφείο ακούγεται μουσική. Κάτι ισπανοί αναρχικοί με μαυροκόκκινα δίκοχα -σαν εκείνα που φόραγαν το 1936 στη CNT- προβάρουν το “a las barricadas”. Μια κιθάρα, ένα τύμπανο και δυο πνευστά. Ο κιθαριστής μου ζητά στη νοηματική τσακμάκι για ν ανάψει τσιγάρο. Του δίνω αναπτήρα. Gracias μου λέει. Χαμογελάμε. Βαδίζω ξανά προς τα έξω.
Στο προαύλιο το παιχνίδι φτάνει στα τελειώματα. Είναι όλοι κουρασμένοι. Το κορίτσι με το προσθετικό μέλος περνά τους αντιπάλους της με ευκολία και σκοράρει. Πηγαινοέρχομαι. Ακούγεται θόρυβος από μηχανή. Είναι στ αλήθεια μια κρος μηχανή που σταματά στην είσοδο του προαυλίου. Ο αναβάτης κατεβαίνει και βγάζει το κράνος του. Είσαι στ αλήθεια εσύ ο αναβάτης αλλά δεν είσαι κιόλας. Άλλο πρόσωπο, άλλα μαλλιά, άλλα χρώματα. Εσύ είσαι. Εσύ που σιχαίνεσαι τις μηχανές. Εσύ που στην πραγματικότητα δεν έχεις ούτε καν δίπλωμα μηχανής. Όλα είναι περίεργα. Η συμπεριφορά σου είναι περίεργη. Κάνεις σα να ψάχνεις κάτι ή κάποιον τριγύρω. Νομίζω πως ψάχνεις εμένα, αλλά κάνω λάθος. Σου μοιάζω άγνωστος γι αυτό δε μιλάς. Μάλλον σου είμαι άγνωστος. Δε βρίσκεις τίποτα απ όλα αυτά που ψάχνεις. Φοράς το κράνος, βάζεις μπρος τη μηχανή και χάνεσαι στον ορίζοντα.
Ξυπνάω. Το ρολόι δείχνει 6 παρά 20 το πρωί. Δεν είμαι ιδρωμένος άρα δεν ήταν εφιάλτης. Σήμερα ξημερώνει η μέρα που γίνομαι θείος για δεύτερη φορά. Ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, λέω. Η ζωή θα συνεχιστεί μέχρι…


Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Καταρχήν


γράφει ο Κωστής Μαργιόλης 

Πέρασα τα περισσότερα πρωινά της Άνοιξης στο μπαλκόνι, με την πλάτη στον τοίχο και τη ματιά σε όλα όσα περικλείονταν από τις περιμετρικά ορθωμένες πολυκατοικίες και το γαλαζοπράσινο φυσικό όριο του Υμηττού. Πότε γυρτός πάνω στη μεταλλική κουπαστή και πότε καθιστός σε μια καρέκλα από ξύλο και πανί. Στα θηριώδη σουπερμάρκετ -εκεί που στοιβάζονται σε ράφια εκατοντάδες ανώνυμα αντικείμενα ‘‘καθημερινής χρήσης’’ και εμφανούς αχρηστίας, όπως το χρωματιστό ρολό για κωλόχαρτο ή μια τετράδα από τεράστια μανταλάκια που συγκρατούν το τραπεζομάντιλο στη θέση του εν μέσω θυελλωδών ανέμων- αυτά τα πτυσσόμενα καθίσματα έχουν βρει την κωδική τους ονομασία στην περιγραφή «καρέκλα σκηνοθέτη».
Σε ρόλο κινηματογραφιστή της ζωής μου λοιπόν ανέτρεξα αυτάρεσκα στο παρελθόν. Λίγες στιγμές μονάχα διέκοψα αυτό το αυτοσχέδιο déjà vu. Επέστρεψα φευγαλέα στο παρόν μόνο για βγάλω το ψημένο ψωμί από την τοστιέρα ή για να βάλω στο ψυγείο το γάλα πριν αυτό έρθει μούρη με μούρη με τον απειλητικό για την υφή του και το έντερό μου πρωινό ήλιο. Έκανα και αρκετές προβολές στο μέλλον. Όμως αυτές δεν είχαν τόσο ενδιαφέρον, αφού το αύριο δεν έχει κανένα περιορισμό, καμιά σταθερά, κανένα σημείο για να πατήσεις το ένα σου πόδι και να στοχαστείς με φιλοσοφημένο ύφος, χαϊδεύοντας επιδεικτικά το μούσι και κατεβάζοντας νωχελικά, με το άλλο χέρι, το φλιτζάνι του καφέ πάνω στο τραπέζι.

Τεμπελιάζοντας ώρες ατέλειωτες πάνω στο πάνινο υποστήριγμα των οπισθίων μου, λιάζοντας ακαμάτης τα σκεπασμένα με ένα κοντοβράκι αχαμνά μου, ζώντας τη στιγμή, όπως προστάζουν ο Ίρβιν Γιάλομ, η Lifo και τα ζαχαρωμένα σουξέ της Ζουγανέλη, αφέθηκα ξανά στις γνώριμες, παραληρηματικές σκέψεις. Η μια έφερε την άλλη, όπως η πρώτη μπύρα τη δεύτερη, η τρίτη την τέταρτη, αυτή το κατούρημα, εκείνο τη μέθη και την καούρα, κι η νύστα τον γλυκό ύπνο, τον ποτισμένο με βύνη κι αλκοόλ. (...)

...

 (κλικ για ανάγνωση)