Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

ληγμένες γραβάτες

παρμένο από costinho


Τους βλέπω έναν έναν, σαν μια ανίερη πομπή ξεπροβάλλουν μπροστά μου. Θέλοντας και μη, υπομένω τις μορφές τους. Η ακολουθία της σαπίλας ξεπλένει τα τομάρια τους, τους ξαναψήνει να φύγουν τα μικρόβια και τα σταγονίδια και αλώβητους τους επαναφέρει σε καίρια οφίτσια και πόστα εντός πλέον του δημοκρατικού πλαισίου. Για στολή φοράνε νέα προβιά τις γραβάτες που ψώνισαν από τα ληγμένα. Για να γίνουν άθρωποι. 

Βλέπω ας πούμε αυτό τον αθρωπάκο δήμαρχο να σιγομαθαίνει ποιο είναι το κόστος της ρεμούλας και της καρέκλας. Μόνο που τ'ονομάζει βία. Και προσκαλεί τα φώτα και τους φακούς για να οδυρθεί με χάρη εμπρός μας, να κάνει την κλάψα μέρος του δημοκρατικού πλαισίου. Για την ακρίβεια, να αντικαταστήσει η κλάψα το δημοκρατικό πλαίσιο. Ό,τιδήποτε κόντρα στην κλάψα του, είναι εκτός του πλαισίου. Ο,τιδήποτε πραγματικό είναι εκτός της πραγματικότητας. Αφού κι η πραγματικότητα είναι εκτός του πλαισίου. Η ζωή είναι εκτός του πλαισίου. Κι αυτός ακόμα, δεν ζει· μέσα στο πλαίσιο έχουν βρει άλλες τεχνικές αναπνοής αυτοί, επιβιώνουν αλλιώς. Καπνίζουν μυστικά ευρώ, σουτάρουν ενδοφλέβια αμίαντο και τρέφονται με τσιμέντο. Είναι αυτό το πλαίσιο -το δημοκρατικό- που θα καταδικάσει τις δολοφονίες μόνο όταν του ζητηθεί, μόνο αν στριμωχτεί· και μόνο σε δελτίο τύπου, σε ανακοίνωση. Λυπούμεθα πολύ αλλά το πλαίσιο. Για τέτοιο πολιτισμό μιλάμε. Που δεν πήρε ούτε μισό μέτρο για τις δολοφονίες αυτές, που δεν βγήκε στο δρόμο να κλάψει τη ζωή που βρωμίζει, τη ζωή που χάνεται, τις ζωές που χάνονται, που δεν νοιάστηκε ούτε μισό άστεγο και μετανάστη. Ούτε μισό άνθρωπο με κάποιο πρόβλημα. Ούτε μισό άνθρωπο, οι μισάθρωποι. Που ξηλώνουν τα παγκάκια, κυνηγάνε την αλληλεγγύη, τις κινήσεις, τα κοινόβια, τις καταλήψεις, τις συλλογικές κουζίνες, που στέλνουν μηνύσεις και ματ στους άστεγους. Τέτοιοι είναι. Άνθρωποι της διαχείρισης. Όχι άνθρωποι των ανθρώπων· όχι ανάμεσα στους ανθρώπους. Μόνο ανάμεσα σε λύσεις· τις δικές τους λύσεις. Τις λύσεις στα δικά τους προβλήματα. Προβλήματα μιας ζωής χωρίς προβλήματα. Με μία λέξη: επιδιώξεις.

Τους βλέπεις μετά αντουανέτες να κλαψουρίζουν για τη βία. Για τη λεζάντα της βίας δηλαδή. Γι'αυτή που περισσεύει από το δημοκρατικό πλαίσιο, γι'αυτή που έχουν εξοστρακίσει μακριά από την πραγματικότητα. Μια βία που δεν μπορεί να συγκριθεί με το σκοτάδι που επιβάλλουν σε κάθε σου ανάσα. Μια βία που όταν είχε τις λέξεις ακόμα και δεν ήταν βία, ήταν ήδη οχυρωμένοι και σπαθιά μας ρίχναν οι οχτροί. Μια βία που πριν γίνει βία ήταν κραυγή, ήταν σπαραγμός, ήταν αγωνία, ήταν ληγμένος λογαριασμός, ήταν απλήρωτο νοίκι, ήταν ματωμένες οφειλές, ήταν δανεικά, ήταν απλήρωτη δουλειά, ήταν γαμημένο αφεντικό, ήταν απόλυση, ήταν ουρές στις εφορίες, ήταν καροτσάκια και πι στο ίκα να τριγυρνάνε σαν σε κόλαση του Δάντη ψάχνοντας το σωστό γκισέ, ήταν σκάλες σε σκατένια ψυχιατρεία, ήταν δύο μερίδες σούπα στο τραπέζι μοιρασμένη στα τέσσερα, ήταν τέσσερις άνθρωποι σε μια γκαρσονιέρα. Αλλά που ν'ακούσει ο κουφός. Που να βρει μάτια να δει τον πόνο του άλλου. Τυφλώθηκε από τα φώτα. Και τους φακούς. Κουφάθηκε από την ένταση της φωνής του· της πολλαπλασιασμένης. Αυτάρεσκα ανάπηρος μας θέλει όλους ανάπηρους. Και θα μας κάνει. Τέτοιος είναι· τέτοιοι είναι. Αυτοί είναι.

Είναι η επέτειος της δολοφονίας του Nίκου Τεμπονέρα σήμερα και πιάνω το μυαλό μου, το πολιτισμένο μυαλό μου, να έχει ξεφύγει, να γυρίζει ανάποδα, να το νικάει η θλίψη. Να τους σιχαίνεται και να θλίβεται που σιχαίνεται· να θλίβεται που τους επιτρέπει ένα ρόλο. Κι όσο τους βλέπω, όσο ξεπροβάλλουν, τόσο τους σιχαίνομαι, τόσο θλίβομαι. Γιατί δεν αντέχω άλλο τον πολιτισμό τους. Δεν μπορώ να τους βλέπω με τις σάπιες γραβάτες τους που στάζουν αίμα και μπόχα να λερώνουν τις οθόνες μου, τα αυτιά μου. Να κυκλοφορούν εκεί έξω με αέρα ευπρέπειας και ταμπουρωμένου μεροκάματου· ο νικολόπουλος, ο καλαμπόκας, ο βορίδης, τα κατακάθια των rangers, οι χειρότεροι, οι έσχατοι, οι ανύπαρκτοι, οι ληγμένοι. Που δεν έχεις να πεις μαζί τους ούτε μισό ανέκδοτο. Όχι γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές, το χώμα που πατούν να προσκυνούνε. Αλλά γιατί ποτέ δεν ήταν τίποτα. Μόνο να προσκυνούνε. Μόνο χώμα ήταν. Με σκατά. Πατημένο.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου