Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

#22b - Mια νέα επoχή. Σαφέστατα!!!


Μαργαρίτα Μαγιοπούλα, Δονούσα, 24/7/2013

Μια νέα εποχή. Σαφέστατα!!!

“Να εμπιστεύεσαι την αφή· την ακοή να την ακούς με καχυποψία”

Ευγένιος Αρανίτσης, από το Τάξη και Αναρχία


Δε θυμάμαι για ποιό λόγο μου σιγοτραγούδισες για πρώτη φορά τη Μαργαρίτα Μαγιοπούλα. Θυμάμαι μόνο που διανύαμε τα χιλιόμετρα μονοπάτια· ανάμεσα στα ξερικά φασκόμηλα και τα θυμάρια -με κοπριές αγριοκάτσικων για πυξίδα- παίρναμε σβάρνα στο διάβα μας τις κοφτερές πέτρες. Σε ήθελα να περπατάς πρώτη μπροστά μου για να προσέχω τα νώτα σου κι εσύ να βρίσκεις όπως μοναδικά ξέρεις το δρόμο της επιστροφής. Όταν φτάναμε στον προορισμό μας, με φιλιά ξεκούραζα τα ταλαιπωρημένα ακροδάχτυλα των ποδιών σου καθώς μουρμούραγες πως η αναρρίχηση στα χει σακατέψει προ πολλού.

Ανακαλύπταμε καινούργιες ακτές με την ίδια ευκολία που σκεφτόμαστε τηλεπαθητικά τα ίδια πράγματα στους ίδιους χρόνους. Ακούγαμε τους διαλόγους των τρίτων και την κατάλληλη στιγμή κοιτιόμασταν αιφνιδιαστικά βάζοντας τα γέλια, γνωρίζοντας πάντοτε το λόγο. Δεν υποπίπταμε συχνά σε λάθη. Όλα ήταν δια μαγείας από μόνα τους προγραμματισμένα. Η αλήθεια είναι ωστόσο πως κάποιες φορές η ακοή δε μας έκανε το χατίρι, μα έπειτα ερχότανε η αφή με τα τερτίπια της για να τη διαψεύσει.

Χαμογελούσες κάθε πρωί και το χαμόγελο σου με ξύπναγε ως το στήθος, έσβηνε τις τσίμπλες των ματιών μου, τρύπαγε σα βέλος με ανυπομονησία τον καυτό ήλιο. Συλλογιζόμουνα τότε ευστόχως πως όταν ο Ντα Βίντσι ζωγράφιζε τη Τζοκόντα δεν πρέπει να είχε ιδέα από χαμόγελα. Συμπέραινα πως το δικό σου χαμόγελο –αναμφίβολα- δε θα μπορούσε να χωρέσει στους αποστειρωμένους πίνακες των μουσείων.

Μίλαγες και η φωνή σου ταξίδευε μέχρι την Κάρυστο, τα Κύθηρα και τη Συρία, έτσι που νόμιζα πως ταξίδευα κι εγώ μαζί της. Μου λεγες πως το ψωμί απ τον ξυλόφουρνο είναι τόσο νόστιμο και ωραίο, που τρώγεται και σκέτο κι εγώ έγνεφα συγκαταβατικά καθώς σκεφτόμουνα πως το αλμυρό και χρυσοχάλκινο δέρμα σου –απόκτημα του καλοκαιριού- είναι πιο νόστιμο και πιο ωραίο από τα πάντα.

Και ήρθε η στιγμή που κάτω απ τα σκουλαρίκια σου γεύτηκα φοβισμένος την επανάσταση. Πρώτα οι εκρήξεις, μετά η εξέγερση κι ύστερα η πολυπόθητη έφοδος στον ουρανό. Τα σιλιβούτια των νησιών μεταμορφώνονταν τότε σε χαμαιλέοντες και άρπαζαν με τη μακριά τους γλώσσα τα τζιτζίκια που τραγουδούσαν πάνω απ τα κεφάλια μας. Αυτές οι σαύρες συλλάβιζαν ψελλίζοντας ακατάπαυστα τ όνομα σου μέχρι την τελευταία μέρα, ώσπου μας αποχαιρέτισαν μπρος στο ηλιοβασίλεμα. Εκεί είναι που άρχισα να σ ερωτεύομαι. Εκεί είναι που το άπειρο έχασε πια το νόημα του. Εκεί είναι που δε μας χώριζε πια τίποτα.

Πετάμε πίσω παρελθοντικούς χρόνους και μέλλοντα στιγμιότυπα και ζούμε στο παρόν έπειτα από πολύ καιρό. Ας μην αφήσουμε αυτή την ευκαιρία να μας ξεφύγει…


1 σχόλιο:

  1. το λουλούδι χαραγμένο στο σώμα της κόκκινο. πότε νομίζεις θα φύγει από πάνω μου?

    ΑπάντησηΔιαγραφή