Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Καταρχήν


γράφει ο Κωστής Μαργιόλης 

Πέρασα τα περισσότερα πρωινά της Άνοιξης στο μπαλκόνι, με την πλάτη στον τοίχο και τη ματιά σε όλα όσα περικλείονταν από τις περιμετρικά ορθωμένες πολυκατοικίες και το γαλαζοπράσινο φυσικό όριο του Υμηττού. Πότε γυρτός πάνω στη μεταλλική κουπαστή και πότε καθιστός σε μια καρέκλα από ξύλο και πανί. Στα θηριώδη σουπερμάρκετ -εκεί που στοιβάζονται σε ράφια εκατοντάδες ανώνυμα αντικείμενα ‘‘καθημερινής χρήσης’’ και εμφανούς αχρηστίας, όπως το χρωματιστό ρολό για κωλόχαρτο ή μια τετράδα από τεράστια μανταλάκια που συγκρατούν το τραπεζομάντιλο στη θέση του εν μέσω θυελλωδών ανέμων- αυτά τα πτυσσόμενα καθίσματα έχουν βρει την κωδική τους ονομασία στην περιγραφή «καρέκλα σκηνοθέτη».
Σε ρόλο κινηματογραφιστή της ζωής μου λοιπόν ανέτρεξα αυτάρεσκα στο παρελθόν. Λίγες στιγμές μονάχα διέκοψα αυτό το αυτοσχέδιο déjà vu. Επέστρεψα φευγαλέα στο παρόν μόνο για βγάλω το ψημένο ψωμί από την τοστιέρα ή για να βάλω στο ψυγείο το γάλα πριν αυτό έρθει μούρη με μούρη με τον απειλητικό για την υφή του και το έντερό μου πρωινό ήλιο. Έκανα και αρκετές προβολές στο μέλλον. Όμως αυτές δεν είχαν τόσο ενδιαφέρον, αφού το αύριο δεν έχει κανένα περιορισμό, καμιά σταθερά, κανένα σημείο για να πατήσεις το ένα σου πόδι και να στοχαστείς με φιλοσοφημένο ύφος, χαϊδεύοντας επιδεικτικά το μούσι και κατεβάζοντας νωχελικά, με το άλλο χέρι, το φλιτζάνι του καφέ πάνω στο τραπέζι.

Τεμπελιάζοντας ώρες ατέλειωτες πάνω στο πάνινο υποστήριγμα των οπισθίων μου, λιάζοντας ακαμάτης τα σκεπασμένα με ένα κοντοβράκι αχαμνά μου, ζώντας τη στιγμή, όπως προστάζουν ο Ίρβιν Γιάλομ, η Lifo και τα ζαχαρωμένα σουξέ της Ζουγανέλη, αφέθηκα ξανά στις γνώριμες, παραληρηματικές σκέψεις. Η μια έφερε την άλλη, όπως η πρώτη μπύρα τη δεύτερη, η τρίτη την τέταρτη, αυτή το κατούρημα, εκείνο τη μέθη και την καούρα, κι η νύστα τον γλυκό ύπνο, τον ποτισμένο με βύνη κι αλκοόλ. (...)

...

 (κλικ για ανάγνωση)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου