Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Τώρα εδώ

Lydia Borgek - Μεγαρίτισσες θερίζουν τα σπαρτά, 1912-1913(;)

Ακούω τις γυναίκες των αγρών ακούω τον τόπο
ένα γαλάζιο φυλαχτό μέσ’ απ’ τα φτηνά φουστάνια
και τραγουδούν έχοντας όνειρα δύσκολα
σα μάζες από λιθάρι αλατόμητο πέρα στον ήλιο –
Ελλάδα χορευτικό στροβίλισμα της γεωγραφίας
αιματοχυσία και πνεύμα στους ελαιώνες.

(Νίκος Καρούζος - Στο δέντρο της πορτοκαλιάς)


Υπάρχει μια σειρά λόφων στο βάθος του ορίζοντα. Από εκεί που πλάθει ο ήλιος τους αντικατοπτρισμούς του μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Δεκάδες λόφοι και λοφίσκοι ο ένας δίπλα στον άλλο και από πίσω τους ξανά λόφοι. Λόφοι μικροί και λόφοι μεγάλοι δημιουργούν μοτίβα συνεχόμενα. Οι πιο καλοσχηματισμένοι, γυναικεία στήθη ορθόνωνται κάθετα στον ουρανό. Και κάπου κάπου πάνω τους ξεχωρίζουν κανά δύο λιβανόδεντρα, που και που μερικές συστάδες πόες, θάμνοι από φρύγανα. Τίποτα το σπουδαίο. Μερικές φορές που η σκόνη σηκώνεται με το νοτιά η ατμόσφαιρα γίνεται κάπως κίτρινη και ωχρή σα να έχει κατουρήσει ο Θεός. Άλλες φορές που Θεός δεν υπάρχει κάτι από θειάφι αιωρείται, πυκνό βγαλμένο απ την κόλαση κι όλο μπαίνει μες στα ρουθούνια προκαλώντας φταρνίσματα και δάκρυα στα μάτια. Δεν υπάρχει ποτέ όμορφη αίσθηση για τους φερμένους στον τόπο ετούτο. Δε νιώθουν άνθρωποι, δεν αισθάνονται ποτέ όπως αισθάνονταν πίσω στους τόπους τους, ο καθένας στο δικό του τόπο παρά μόνο όταν ακούγεται το κελάηδισμα εκείνου του μικροσκοπικού πτηνού. Οι ντόπιοι το λεν τουρκοχελίδονο. Φτιάχνει τη φωλιά του με λάσπη και ξερόχορτα στα χαλάσματα απ τα πλίνθινα αχυρόσπιτα, πάνω στις γωνίες όσων απ τους τοίχους έχουν απομείνει. Μοιάζει με απλό χελιδόνι μα όμως βγάζει μια αύρα πιο αυτοκρατορική καθώς πετάει σαν αστραπή, σα βέλος από τόξο, καθώς περνάει σύριζα απ το έδαφος θυμίζοντας σύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος. Ένας σκύλος γαβγίζει στο πέρασμά του. Ένας άντρας μεσήλικας μαυρισμένος, με χάλκινο δέρμα της ανατολής καβάλα σε μια παλιά ζούνταπ διασχίζει τον πρώτο χωματόδρομο που μπορεί να δει κανείς στο βάθος. Φαίνεται να μιλά δυνατά μονάχος του, μοιάζει να βρίζει μα ο ήχος της μηχανής του δεν αφήνει τη ντοπιολαλιά του να φτάσει στ αυτιά. Η απόσταση είναι μεγάλη. Η τοπική διάλεκτος περίεργη. Οι γυναίκες που εμφανίζονται απ τ αριστερά κουβαλάνε νερό απ το πηγάδι μέσα σε τσίγκινα τενεκεδόκουβα. Τις βλέπεις να χαμογελάνε. Τα μελαχρινά σπαθωτά φρύδια τους τονίζουν την περίεργη άσχημη ομορφιά των προσώπων τους. Η μέρα δείχνει ανηδονική, μα η στιγμή πλούσια από ηδονές στα μάτια ίσως ενός οξυδερκή φωτογράφου. Κλικ. Ανοίγω τα μάτια. Η πραγματική θέα μοιάζει στη θέση της. Το αμπέλι από κάτω το ίδιο. Η κεραία της ραδιοτηλεόρασης στο βουνό σταθερή όπως πάντα. Οι ελαιώνες κι αυτοί στέκονται γεμάτοι αιματοχυσία και πνεύμα. Μου ρχεται στη μνήμη το ποίημα. Το δέντρο της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς, οι βανίλιες. Η μέλισσα το χαβά της. Ο σκύλος -άλλος σκύλος αυτός- κυνηγάει την ουρά του. Η μικρή κώμη υπονοείται. Η θάλασσα κάπου υπάρχει. Ήμουν εκεί, τώρα εδώ, όμως που θα μαι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου