Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Έχεις σαρανταπέντε λεπτά;

προς τα προάστια

Ανεβαίνουμε τη Βερανζέρου ή τη Χαλκοκονδύλη, δε θυμάμαι. Προς Εξάρχεια. Κάπου σε χάνω, κάπου σε βρίσκω. Μπορεί και να μην είσαι. Δρόμοι άδειοι, μπάτσοι πουθενά, νέο δόγμα. Μοιάζει να ναι πιο ανθρώπινο. Θα δείξει.
Είχα πετύχει νωρίτερα τη Δ. Για λίγο. Τον τελευταίο καιρό όποτε βρισκόμαστε -συνήθως τυχαία- νομίζω πως κάτι έχει να μου πει. Το καταλαβαίνω απ τον τρόπο που με κοιτάζει. Όμως δεν το λέει κι ίσως φταίω κι εγώ γι αυτό, καθώς, πάντοτε την ώρα που είναι έτοιμη να το ξεστομίσει, χαιρετάω και φεύγω. Ή ίσως επειδή ξέρω πως θέλει να μου πει σ αγαπώ, και πως δεν πρόκειται να τ αντέξω.
Πιο πριν, το απογευματάκι είχα περάσει απ τον Κ. Του χτύπησα το κουδούνι της μονοκατοικίας. Ποιός; ακούστηκε απ το ηχείο. Πάμε για περπάτημα ρε μαλάκα, του είπα στο πάτημα του κουμπιού. Βάλαμε και οι δύο τα γέλια. Εκείνος απ το ηχείο, εγώ απ έξω. Το περπάτημα κάνει καλό στην καρδιά! Έκανα ένα τσιγάρο στην αναμονή, χαζεύοντας μια γάτα που κοιμόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μετά από δέκα λεπτά ακούστηκαν από μέσα οι ρόδες του αναπηρικού αμαξιδίου. Ήταν ο Κ και είχε ένα χαμόγελο μέχρι το πάτωμα. Όπως πάντα.
Δεν ξέρω τι ακούγεται τον τελευταίο καιρό για την ελπίδα. Για μένα η ελπίδα είναι κάτι σαν τα χρώματα που δημιουργούνται στον ορίζοντα πάνω απ το βουνό, καθώς ο ήλιος πέφτει μια χειμωνιάτικη μέρα προς τα προάστια. Κάθε μέρα τα χρώματα θα είναι εκεί. Και τα προάστια θα είναι εκεί. Κάθε μέρα που ο καιρός θα καλυτερεύει όμως οδεύοντας προς την άνοιξη αυτός ο ορίζοντας θα ζωντανεύει όλο και περισσότερο μέχρι να ρθει το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι είναι η απτή απόδειξη της ελπίδας. Παρά τα προάστια.
Ανεβαίνουμε τη Βερανζέρου ή τη Χαλκοκονδύλη, δε θυμάμαι. Προς Εξάρχεια. Είσαι, δεν είσαι. Μπορεί. Ένα πρεζάκι μας ζητάει σαρανταπέντε λεπτά. Βγάζω πενήντα. Λίγο πριν τη Γ Σεπτεμβρίου, στο δεξί μας χέρι, ένα καφενείο, ίσως το μοναδικό ζωντανό κύτταρο αυτής της πόλης. Από μέσα ακούγεται όλος ο Τσιτσάνης αυτοπροσώπως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου