Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

“όλα στραβά γινήκανε και όλα είν ωραία”

Σιγοτραγούδαγε με το στριφτό στο στόμα, καθισμένος οκλαδόν, το σώμα κορδωμένο, τα χέρια ν αγκαλιάζουν την κιθάρα και το πρόσωπο να κοιτάει λοξά. Εκείνο το αεράκι, αν κι ελαφρύ τους είχε ταράξει όπως περνούσε ακριβώς πάνω απ το βράχο γαργαλώντας τις πλάτες τους. Η Αθήνα στον πάτο ίδια μα όμορφα λιόλουστη. Πρώτη Κυριακή του Μάρτη από κείνες τις μέρες που σε συναντούν το πολύ δυο τρεις φορές το χρόνο καθώς το φυσικό φώς του πρωινού, που δίνει τη θέση του στο μεσημέρι, σου συνθλίβει το βλέμμα. “Μπουζούκι παλιομπούζουκο, γυφτοπούλα στο χαμάμ, σκύλα μ έκανες και λιώνω, νόστιμο τρελό μικρό μου”. Και κάπου εκεί ήρθε κι ο Άγγελος με το μπεντίρ να τους συνοδεύσει σε ρυθμούς άλλους, παραδοσιακούς ή μεγάλους ανατολικούς. Μαζί με τον Άγγελο ήρθε και το βιαστικό μπουρίνι όμως να τους χαλάσει το παρεΐστικο γλέντι. Μαζεύοντας σα σίφουνες όλα τους τα συμπράγκαλα, όργανα, θήκες, τσάντες και μουσικές, ανάμεσα σε σπασμωδικά γέλια και γκριμάτσες ευτυχίας.

Αν μπορούσε να τη φέρει στη μνήμη του θα ξεκινούσε απ τα μάτια της. Αυτά τα ολοστρόγγυλα μαύρα μάτια που χαν τη ευχέρεια άλλες φορές να σε κοιτούν αληθινά κι άλλες ψεύτικα. Κι άντε να βγάλεις άκρη μετά! Ύστερα θα συνέχιζε με τα χέρια. Στις παλάμες των χεριών της. Στις γραμμές εκείνες που πάνω τους οι χειρομάντες διαβάζουν τα πεπρωμένα. Τις γνώριζε πολύ καλά εκείνες τις γραμμές. Έπειτα η μυρωδιά της που χε κάτι από ανθισμένη νεραντζιά στις αρχές του Απρίλη θα του τρύπαγε τα ρουθούνια καταλήγοντας στην περπατησιά της, στο βάδισμα, όπως την είχε προσέξει μια απ τις πρώτες φορές που έκαναν βόλτα στον πεζόδρομο της Ερμού, κάτω απ το Θησείο. Tην είχε ποθήσει τόσο πολύ καθώς την κοίταζε έτσι που μια στιγμή εκείνη γλίστρησε και παραλίγο να πέσει στο πλακόστρωτο. Πάλι Κυριακή ήταν και τότε. Κυριακή και άνοιξη. Σαν ψέμα. Σαν πρωταπριλιάτικο αστείο.

Κάποια άλλη ανοιξιάτικη Κυριακή του 2011 ξύπνησε αργοπορημένος. Όμως δε νοιάστηκε κανείς γι αυτό, αν και οι συνθήκες κανονικά δε θα το επέτρεπαν. Φόρεσε πρόχειρα τις αρβύλες και το χιτώνιο του ξεκούμπωτο. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό, έβαλε πλαγιαστά στο κεφάλι τον μαύρο αγγλικό μπερέ και ξεπροβόδισε αργά προς το φυλάκιο της κεντρικής πύλης. Η μουσική στο τρανζίστορ έπαιζε δυνατά Σούμπερτ στο τρίτο πρόγραμμα ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας ανθυπίλαρχος Καρακαντάς καθισμένος απ έξω με τα πόδια στο τραπέζι έκανε το μαέστρο. Μόλις τον είδε να κοντοζυγώνει σταμάτησε τις μαεστρίες κι ένα χαμογελαστό «καλημέρα ηλιαχτίδα μου!» πετάχτηκε από τα χείλη του. Ο Γιώργης είχε μαζέψει λουλούδια κι έφτιαχνε το πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Ο Δημήτρης κοιμόταν με τα χέρια στις τσέπες ροχαλιστός σε μια καρέκλα. Ο Τάσος τους μοίραζε πορτοκάλια που μόλις είχε καθαρίσει. Μικρές δόσεις “ελευθεριακού κομμουνισμού σε καθεστώς ελεγχόμενης ελευθερίας”. Ή όπως θέλετε εσείς πείτε το! Έτσι κι αλλιώς τώρα πια δεν έχει καμιά σημασία. Έτσι κι αλλιώς μετά έρχεται το καλοκαίρι. Έτσι δεν είναι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου