Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

το μήνυμα

με αφορμή το πρωτότυπο #8 του κοριτσιού απ το καραντί

#8 (36.54977,26.278301)

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι δημιουργοί αποφασίζουν να φέρουν τα πάνω κάτω. Είναι οι μέρες που αλλάζουν τα πάντα τριγύρω δια μαγείας. Μεταμόρφωση. Έτσι που μπορεί εκεί που πριν λίγα λεπτά να βρισκόταν το δάσος έπειτα να απομένει μόνο το δέντρο ή ο έρωτας να μετατρέπεται σε μοναξιά και τ ανάστροφα.
Δε φύσαγε πάρα πολύ εκείνη τη μέρα. Το κορίτσι καθόταν στο χείλος του βράχου, πάνω στο πέτρινο στηθαίο. Πίσω της το ξωκλήσι του Αγιάννη. Πάνω της ο καλοκαιρινός ήλιος. Φορούσε μωβ φόρεμα με άσπρα λουλούδια. Όχι ο ήλιος! Το κορίτσι φορούσε το φόρεμα και αυτός αντί να υποκλίνεται στην ομορφιά της συνέχιζε απλά να την καίει. Ήλιος ανέραστος.
Το κορίτσι έπρεπε να κατέβει τα βράχια ακολουθώντας το μονοπάτι με τους πετρόκουκους, όπου αυτό ήταν εφικτό, γιατί η σήμανση σε κάποια σημεία είχε σβηστεί απ την αχρηστία. Η φύση ξέρει πάντα να παίζει το παιχνίδι της. Να γράφει κα να σβήνει. Να διαγράφει. Το κορίτσι έτρεπε να φτάσει μετά από εξουθενωτικό περπάτημα στο σημείο 36.54977,26.278301.
Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήπιε μια γεμάτη γουλιά νερό απ το φλασκί της. Η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 38 βαθμούς. Καμίνι. Άρχισε να βαδίζει προς τα κάτω. Τριγύρω της φασκόμηλα και θυμάρια, μέλισσες και αγριοκάτσικα. Πετρίτες πετούσαν κάνοντας κύκλους. Στ αριστερά της, μίνι καταρράκτες που κατέληγαν σε ρυάκια απ τα οποία πίνανε νερό λιβελούλες και πότιζαν τις ρίζες τους θεόρατες πικροδάφνες.
Μετά από δύο ώρες το κορίτσι αντίκρισε τη βοτσαλωτή ακτή και τα πρασινογάλαζα νερά της θάλασσας. Έψαξε το σημείο. Το μεγάλο γυάλινο μπουκάλι βρισκόταν ακριβώς εκεί. Μέσα του είχε χωνεμένο έναν άσπρο φάκελο. Το μήνυμα είχε ταξιδέψει με τη θάλασσα. Το χε συντάξει ο μικρότερος και πιο άπειρος δημιουργός απ όλους. Εκείνος που είχε καταφέρει μόνο να πλάσσει τα δύο άκρα δημιουργώντας εμφύλιο ακροπόλεμο, εκείνος που είχε υποθέσει το άπειρο γεννώντας αναπειρότητα, αυτός που ως μοναδικός το είχε μηδενίσει.
Χαμογέλασε. Σήκωσε το μπουκάλι και έβγαλε το φελλό. Βάσταξε στα χέρια της το γράμμα. Άρχισε να τρέμει από αγωνία. Ανατσουτσούριασε. Άνοιξε το γράμμα. Το μήνυμα ρωτούσε μονάχα. Ερώτηση κρίσεως. Ερώτηση παγίδα: “θα μπορούσες να χωρέσεις όλη τη θάλασσα στην αγκαλιά σου, αν σου τη χάριζα;” Ο δημιουργός θα προσπαθούσε να το επιδιώξει αλλά δε μπορούσε να γνωρίζει αν εκείνη θα ανταποκρινόταν. Είπαμε βέβαια πως ήτανε από τις μέρες που τα πάντα αλλάζανε.
Έβαλε το μήνυμα μέσα στο γράμμα και το φύλαξε στο δισάκι της. Κίνησε για την επιστροφή. Το ανέβασμα ήτανε πόλη και βροχή. Αριστερά και δεξιά σπίτια και βιομηχανίες από μπετό κι από χάλυβα. Το ρυάκι πλέον Κηφισός, γεμάτος μπάζα. Το μονοπάτι η εθνική οδός. Παρατρίχα δεν την πάτησαν τα αυτοκίνητα.
Προορισμός… προορισμός… περιμένετε, έχουμε δρόμο ακόμα! Τι ν απέγινε άραγε τώρα εκείνο το ξωκλήσι που βρισκότανε στην κορυφή;

#8 (α)
#8 (β)

#8 (γ)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου