Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

μπορείς να περπατήσεις δίχως γόνατα;


με αφορμή την Τηλεπαθητική Αγωγή,
γραμμένο για τη δεύτερη γραφή της Ψυττάλειας Β του Σαμσών Ρακά (αφαλός στο μέτωπο)


Ψυττάλεια Β (δεύτερη γραφή), μονότυπο 382, εξώφυλλο

Βρισκόμαστε στο πάρκο Ναβαρίνου. Χθες βράδυ, γύρω στις εννιά παρά. Εγώ κάθομαι στα αυτοσχέδια παγκάκια που είναι εγκατεστημένα στο μικρό λοφίσκο. Μόνος. Αυτός κάθεται ακριβώς απέναντι μου κοντά στο σημείο που συνορεύει με τις διπλανές πολυκατοικίες. Στο μοναδικό σημείο του πάρκου που φωτίζεται από μια λάμπα την οποία οι γείτονες έχουν στρέψει περίτεχνα προς το έδαφος. Μόνος κι αυτός στέκεται κάτω απ τη λάμπα. Με έχει πλάτη. Στον τοίχο είναι βιδωμένος ένας ξεχασμένος μεταλλικός σκελετός όμοιος με αυτούς που έχουν τοποθετηθεί αριστερά και δεξιά στην Αθηνών – Λαμίας και είναι φορτωμένοι με τεράστιες διαφημιστικές αφίσες. Οι λεγόμενες διαφημιστικές πινακίδες του θανάτου. Τις λένε έτσι γιατί ο οδηγός προσπαθώντας να τις κοιτάξει χάνει το δρόμο του και βρίσκει το θάνατο μέσα σε κάποιο χαντάκι ή πάνω στα δήθεν προστατευτικά της εθνικής. Ξεφεύγω όμως…

Ο άνθρωπος έχει το δεξί του πόδι πάνω στο σκελετό. Το αριστερό κάτω. Το κεφάλι λίγο σκυμμένο προς τα μέσα. Αρχίζω να τον παρατηρώ. Δε με βλέπει. Προσπαθώ να καταλάβω από περιέργεια και μόνο τι κάνει. Τον φαντάζομαι να στρίβει τσιγάρο, να φτιάχνει ξύλινα αγαλματίδια με ένα σουγιά, να γράφει την τελευταία του ποιητική συλλογή, να ακούει απ τα ακουστικά-ψείρες το βραδινό ποδοσφαιρικό ντέρμπι που μεταδίδεται από το ράδιο, να προσπαθεί ίσως να περάσει μια κλωστή μέσα απ την τρύπα της βελόνας. 

Το κινητό μου χτυπάει. Μήνυμα: «Έλα στο καφενείο ρε». Απαντάω βιαστικά -χωρίς να κοιτώ την οθόνη του κινητού- συνεχίζοντας να παρατηρώ τον άνθρωπο: «Κάνω κάτι τώρα. Δε μπορώ. Ίσως πιο μετά. Τα λέμε». Συνεχίζω να τον παρατηρώ. Έχουν περάσει περίπου σαράντα λεπτά. Δεν έχει κουνηθεί, δεν έχει αλλάξει θέση. Τώρα τον φαντάζομαι να ψαρεύει εικονικά ψάρια με αόρατη πετονιά, να λύνει σταυρόλεξο,  να συμπληρώνει ένα δελτίο στοιχήματος, να έχει απλά αποκοιμηθεί σε όρθια στάση όπως αποκοιμιόμουν καμιά φορά κι εγώ στο στρατό, την ώρα που φύλαγα γερμανικό μπροστά στην πύλη της 80 ΕΑΝΕΘ στην Κω. Η Ελλάδα δεν πέθανε ακόμα. Μα αν είναι να πεθάνει ας πεθάνει μια ώρα αρχύτερα. Θυμάμαι αυτή τη φράση.

Ξαφνικά ο άνθρωπος σωριάζεται στο χώμα σε στάση οκλαδόν. Παραμένει πάλι ακίνητος. Με έχει πλάτη ξανά. Τον παρατηρώ για λίγο ακόμα. Η ώρα δέκα παρά. Πάω κοντά του. «Είσαι καλά;» τον ρωτάω, «χτύπησες;». Αυτός στέκεται και με αγριοκοιτάζει για πέντε-έξι δευτερόλεπτα. «Μπορείς μωρέ να περπατήσεις δίχως γόνατα; ε; μπορείς;» μου απαντά με ερώτηση. Σαστίζω. Μετακινούμαι λίγα εκατοστά. Γυρίζω το βλέμμα μου προς τα εκτυφλωτικά φώτα ενός διαμερίσματος νότια και δυτικά. Εμένα ένα γόνατο μου χει απομείνει πλέον, το δεξί. Το αριστερό το έχασα. Έχουν περάσει κοντά δύο χρόνια από τότε. Κουτσά στραβά τα καταφέρνω, σκέφτομαι. Δεν έχω παράπονο.

Όμως πρέπει να φεύγω σιγά-σιγά. Είναι να συναντήσω το Σαμσών στην πλατεία. Ο χρόνος περνάει. Κοντεύει δέκα.

Ψυττάλεια Β (δεύτερη γραφή), μονότυπο 382, αποσπάσματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου