Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνος για Ξόδεμα #7 - Απαλεψιές



photo απ το internet
Απαλεψιές

Ξεκινάς να γράφεις σε δεύτερο πρόσωπο. Το κάνεις γιατί πιστεύεις ότι αυτά που γράφεις τα έχουν νιώσει και τα νιώθουν κατά καιρούς κι άλλοι εκτός από εσένα.

Ξυπνάς χαράματα να πας για δουλειά. Άυπνος, με το βραδινό οινόπνευμα να ξεθυμαίνει σε κάθε σου ανάσα. Ρίχνεις ένα γρήγορο κατούρημα και πλένεις τα δόντια σου από υγιεινή, συνήθεια και καθωσπρεπισμό. Ντύνεσαι και φεύγεις.

Καταφέρνεις πάντα να μπλέκεσαι στους πρωινούς διαλόγους των συναδέλφων σου, για να μην σε πουν αγοραφοβικό, απόμακρο και μοναχικό. Ότι και αν γίνει, όπου κι αν πάει η κουβέντα, στο τέλος για όλα φταίνε πάντα οι ξένοι. Νιώθεις πως είσαι περικυκλωμένος από φασίστες. Τσεκάρεις πρόσωπα και τα κατατάσσεις ανάλογα με το ποιόν θα θελες να καρυδώσεις πρώτα, αν ερχόταν κάποια στιγμή η ώρα της εκκαθάρισης. Το μάτι σου γυαλίζει. Σκέφτεσαι πως είσαι μισάνθρωπος αλλά δεν είσαι και το ξέρεις.

Γυρνάς στο σπίτι το μεσημέρι. Τσακώνεσαι με όποιον βρεις μπροστά σου γιατί έχεις νευρά. Ξεσπάς στα δικά σου άτομα γιατί είσαι σίγουρος πως αυτά στο τέλος πάλι θα σε αγαπούν. Δεν είναι σωστό όμως. Η συμπεριφορά σου είναι απαράδεκτη. Ξεντύνεσαι, κάνεις ένα ζεστό μπάνιο κι αν σου κάτσει κοιμάσαι για καμιά ώρα. Ξυπνάς απογευματάκι αλλά λόγω του χειμώνα είναι νύχτα. Παθαίνεις σοκ νομίζοντας ότι κοιμόσουν για ώρες και σε πήρε το σκοτάδι. Φτιάχνεις ένα ζεστό καφέ για ν αναλάβεις. 

Απελπίζεσαι αφού τα χεις κάνει μπουρδέλο. Έμπλεξες έρωτες και σχέσεις, φιλίες και πολιτικά. Ψάχνεις να βρεις μιαν άκρη. Σπας το κεφάλι σου. Ανεβαίνεις και πέφτεις. Μια χαρά και μια λύπη, άλλοτε και τα δύο μαζί. Ανωμαλία. Σαν τον καιρό των τελευταίων ημερών. Μια βοριάς και μια νοτιάς. Τα συναισθήματα σου αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό. Θες να κλάψεις και το κάνεις. Μόνος σου, να μη σε βλέπει κανείς. Δε σου αρέσει να σε λυπούνται. Σου τη βαράει, πίνεις την τελευταία γουλιά του καφέ που χει κρυώσει και ντύνεσαι στα γρήγορα.

Βγαίνεις απ το σπίτι φουριόζος για ένα γαμημένο περίπατο, για να ξεχαστείς. Με τα χέρια στις τσέπες και βήματα μεγάλα και γοργά είσαι στην τσίτα. Κοιτάς να χαλαρώσεις, βάζεις μουσική στα ακουστικά και συνεχίζεις να βαδίζεις. Οι παλμοί της καρδιάς σου ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσέρ. Φτύνεις το φλέμα που χεις μαζεμένο. Να πάρουνε μπρος τα γρέζια μπας και σιγοψιθυρίσεις κανένα τραγούδι. 

Τραγουδάς φωναχτά χωρίς να το καταλαβαίνεις. Και να το καταλάβαινες πάλι, δε θα σ ένοιαζε. Βλέπεις τους περαστικούς να σε κοιτούν με βλέμματα που σε σπρώχνουν στο περιθώριο. Άστεγος, ομοφυλόφιλος, πρεζάκιας του κερατά, βρωμοαναρχικός ντυμένος στα μαύρα. Σου ξανάρχονται στο νου οι διάλογοι με τους συναδέλφους το πρωί. Νιώθεις πως είσαι περικυκλωμένος από φασίστες. Τσεκάρεις πρόσωπα και τα κατατάσσεις ανάλογα με το ποιόν θα θελες να σκοτώσεις πρώτα, αν ερχόταν κάποια στιγμή η ώρα της εκκαθάρισης. Το μάτι σου γυαλίζει. Σκέφτεσαι πως είσαι μισάνθρωπος αλλά δεν είσαι και το ξέρεις.

Γυρνάς στο σπίτι κατά το βραδάκι. Θες να κοιμηθείς αλλά η αϋπνία δε λέει να σ αφήσει σύντομα. Σκέφτεσαι. Σπας το κεφάλι σου. Απελπίζεσαι. Τα βάζεις με τον εαυτό σου. Ανεβαίνεις και πέφτεις. Είσαι βασάνι απ τα λίγα. Το παλεύεις όμως ακόμα. Είσαι σίγουρος πως αργά ή γρήγορα θα την βρεις την άκρη σου.

Κι αύριο μέρα είναι.


18/12/2012


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου