Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Ουρούπια: Να είσαι άμμος, όχι λάδι στα γρανάζια του συστήματος


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του τελευταίου τεύχους της Ευτοπίας. Το 21ο τέυχος, το οποίο εκδόθηκε τον Οκτώβρη του 2012 δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα σε ηλεκτρονική μορφή. Γι αυτό ευχαριστώ πολύ τη Δημητρούλα που αφού μ έκανε δώρο την έντυπη έκδοση, μου έστειλε και έξτρα ηλεκτρονικά αυτό το ενδιαφέρον κείμενο για την Ουρούπια που θα διαβάσετε σε λίγο. Γιατί όπως καταλαβαίνετε εδώ δουλεύουμε για εσάς, χωρίς εσάς και πριν από εσάς.  
Άιντε διαβάστε τώρα μπας και ξεστραβωθείτε καθόλου -όπως ξεστραβώθηκα κι εγώ-...και κουνήσουμε κανένα ποδάρι τώρα που τα πράγματα δυσκολεύουν μήπως φτιάξουμε κ εμείς τη δική μας Ουρούπια. Όπως τη φανταζόμαστε ο καθένας μας στο μυαλό του. Γιατί την ουτοπία του καθενός μας δεν μπορεί να τη χαλάει κανείς. Είναι ασυμβίβαστη και αδιαπραγμάτευτη. Είναι η δικιά μας ουτοπία.

photo από το internet
Ουρούπια: Να είσαι άμμος, όχι λάδι στα γρανάζια του συστήματος


Λίγα ιστορικά στοιχεία 
Μόλις 25 χιλιόμετρα ανατολικά από το βιομηχανικό τερατούργημα του Τάραντα, μέσα σε μια πεδιάδα με αιωνόβια ελαιόδεντρα και αμπέλια, δύο χιλιόμετρα από το χωριό San Marzano di San Giuseppe, βρίσκεται η κομμούνα Ουρουπία (Urupia).[1]

Την άνοιξη του 1995, μέλη μιας αναρχικής κολεκτίβας από την περιοχή του Σαλέντο[2] μαζί με γερμανούς συντρόφους, αγόρασαν μια έκταση περίπου 240 στρεμμάτων, μέρος ενός παλιού φεουδαρχικού κλήρου, γύρω από ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα που παλαιότερα αποτελούσε τον τόπο διαμονής εργατών, βοσκών και ζώων. Τρία χρόνια ζυμώσεων, συναντήσεων και αλληλογραφίας μεταξύ των συντρόφων προηγήθηκαν για να αποκρυσταλλωθούν τόσο οι στόχοι, όσο και οι προοπτικές του εγχειρήματος, να καθοριστεί ο τρόπος οργάνωσης και να συγκεντρωθούν οι τριακόσιες χιλιάδες ιταλικές λιρέτες που χρειάστηκαν για την αγορά της έκτασης, από τους λιγοστούς οικονομικούς πόρους των μελών, σε συνδυασμό με συνδρομές και δωρεές από ιταλούς και γερμανούς συντρόφους. Έτσι αρχίζει και η δεκαεπτάχρονη ιστορία αυτού του εγχειρήματος που στηρίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές: την άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την επίτευξη συναίνεσης με τη λήψη των αποφάσεων μόνο μέσω ομοφωνίας.

Η κακή κατάσταση του κτήματος και του οικήματος, συνέπεια της πολύχρονης εγκατάλειψης, ήταν το πρώτο εμπόδιο που έπρεπε να αντιμετωπίσει η κομμούνα, ενώ το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κατασκευαστεί ήταν οι εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης. Οι φωτογραφίες από την εποχή εκείνη, δείχνουν κομμουνάρες, συντρόφους και αλληλέγγυους να χτίζουν, να σκάβουν και να φυτεύουν για να μεταμορφώσουν το τεράστιο οίκημα, από αποθήκες και μαντριά, σε μία μικρή πολιτεία. Πέρα από σκληρή χειρωνακτική δουλειά, οι κομμουνάρες αξιοποίησαν και κάποιες πιο εξειδικευμένες γνώσεις. Έτσι η επιστημονική μελέτη δύο συντρόφων πάνω στη διαχείριση αποβλήτων στάθηκε η έμπνευση για το σχεδιασμό ενός πρότυπου συστήματος, μοναδικού για την εποχή στην Ιταλία, που μέσω ενός συνδυασμού δεξαμενών και μίας κλειστής καλλιέργειας καλαμιών, μετατρέπει σε πόσιμο νερό όλα τα λύματα του οικήματος.[3] Κατασκευάστηκε επίσης ένα υβριδικό σύστημα θέρμανσης, το οποίο συνδυάζει την ηλιακή ενέργεια με καύσιμο από τους πυρήνες της ελιάς για να ικανοποιεί τις ανάγκες του οικήματος για θέρμανση και να παρέχει ζεστό νερό, τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τις παραγωγικές δραστηριότητες, καθώς και ένα πυκνό δίκτυο σωλήνων για την άρδευση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Μέσα στα χρόνια, τα ενεργειακά συστήματα εμπλουτίστηκαν με ηλιακούς συλλέκτες για παραγωγή ρεύματος, με αποτέλεσμα η κομμούνα να έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό ενεργειακή αυτονομία.

Σήμερα μετά από χρόνια επεκτάσεων και ανακατασκευών, περίπου 2000 τετραγωνικά μέτρα στεγάζουν δωμάτια για τα μέλη της κομμούνας και τους επισκέπτες, τουαλέτες και μπάνια, κουζίνα και κοινούς χώρους φαγητού και διασκέδασης, χώρο εκδηλώσεων και προβολών, κελάρι και οινολογικό εργαστήριο, φούρνο και αρτοποιείο, αποθήκες τροφίμων και λαδιού, μηχανολογικό εργαστήριο και χώρο για τα γεωργικά μηχανήματα και ό,τι άλλο χρειάστηκε να κατασκευαστεί για τις ανάγκες της κομμούνας στα δεκαεπτά χρόνια που πέρασαν από την ίδρυσή της.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εγκατάσταση ενός τέτοιου εγχειρήματος σε μία σχετικά συντηρητική αγροτική περιοχή, προκάλεσε την καχυποψία και τη δυσαρέσκεια των κατοίκων της. Όμως η πολύπλευρη κοινωνική δράση της κομμούνας, ο αποτελεσματικός συνδυασμός καλλιέργειας και σεβασμού στη φύση που εισήγαγαν στην παραγωγή οι κομμουνάρες, καθώς και η εμπλοκή των μελών της σε διάφορα θέματα που απασχόλησαν κατά καιρούς την κοινότητα –με αποκορύφωμα τον αγώνα για να σταματήσει η ρύπανση των αγρών της περιοχής από ανεξέλεγκτες χωματερές– κέρδισε την εκτίμηση των κατοίκων των γύρω περιοχών. 


Προταγματικές αρχές και λειτουργία 
Η άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας ήταν από την αρχή ζήτημα προταγματικό για τις κομμουνάρες. Αυτή η άρνηση εκκινεί από την πίστη ότι σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον η πραγματική κοινωνική ισότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την οικονομική ισότητα. Με την ίδρυση της κομμούνας, τα μέλη εκχώρησαν κάθε περιουσιακό τους στοιχείο σ’ αυτήν. Αν κάποιες δουλεύουν και έξω από αυτήν, ο μισθός τους προστίθεται στα έσοδα της κομμούνας. Ακόμα και οι περιουσίες που έρχονται στα χέρια τους αργότερα, εκχωρούνται και γίνονται μέρος της συλλογικής περιουσίας. Το ίδιο ισχύει και για κάθε νέο μέλος που αποφασίζει να ενταχθεί. Καθώς όμως έπρεπε να προστατευθεί το εγχείρημα, τόσο από το κράτος που δεν αναγνωρίζει τέτοιες μορφές συλλογικής/ κοινωνικής ιδιοκτησίας, όσο και από τους συγγενείς των μελών που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μερίδιο από την περιουσία της μετά τον θάνατο κάποιου από τα μέλη, η κομμούνα δημιούργησε δύο νομικά πρόσωπα: έναν «Συνεταιρισμό» για τη διαχείριση των οικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων της και έναν «Πολιτιστικό σύλλογο» για την διαχείριση της περιουσίας της. Ο πολιτιστικός σύλλογος κατέχει όλη την περιουσία της κομμούνας, ελέγχεται από την συνέλευση των κομμουνάρων, και έχει πάνω από χίλια μέλη –συντρόφους που πήραν κουπόνια συμμετοχής ελεύθερα ή με δωρεές– έτσι ώστε λόγω διάχυσης και αριθμού να είναι αδύνατη η διεκδίκηση κάποιου περιουσιακού στοιχείου από οποιονδήποτε. Κάθε μέλος κατά την ένταξή του, για την περίπτωση που θα θελήσει να αποχωρήσει από την κομμούνα, καθώς δεν υπάρχει η δυνατότητα να του επιστραφούν τα περιουσιακά στοιχεία που συνεισέφερε, κάνει ένα «συμβόλαιο εξόδου», έτσι ώστε η κομμούνα να του καλύψει τις ανάγκες για την ομαλή επανένταξή του στην κοινωνία ανάλογα με την ηλικία του, τις εργασιακές δυνατότητες του κλπ την ώρα της αποχώρησής του. Ακόμα κι αν όλα τα μέλη αποχωρήσουν, ο πολιτιστικός σύλλογος είναι υποχρεωμένος να διαθέσει τόσο το κτήμα όσο και την περιουσία του σε κάποιους που θα συνεχίσουν το εγχείρημα, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχειά του.

Η δεύτερη προταγματική αρχή της κομμούνας είναι η επίτευξη συναίνεσης και η ομοφωνία για τη λήψη όλων των αποφάσεων. Όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται για οποιοδήποτε θέμα πρέπει να εξασφαλίζουν τη σύμφωνη γνώμη όλων των μελών της συνέλευσης, καθώς γνώμη της πλειοψηφίας δεν επιβάλλεται πάνω στην μειοψηφία. Κάποιο θέμα μπορεί να τεθεί και να ξανατεθεί έως ότου εξασφαλιστεί η συναίνεση όλων. Κάθε μέλος καθίσταται υπεύθυνο για τον εαυτό του και για την κομμούνα: αν κάτι ενοχλεί έναν, τους ενοχλεί όλους, και αυτό, όπως αποδεικνύεται από την δεκαεπτάχρονη ιστορία της Ουρούπια, σε πραγματικές συνθήκες ζωής –όταν τίθενται πραγματικά προβλήματα– μπορεί να είναι πιεστικό, αλλά δεν είναι τόσο χρονοβόρο, ούτε αναποτελεσματικό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι κομμουνάρες,[4] οι δυο αυτές προταγματικές αρχές υιοθετήθηκαν σαν αποτέλεσμα «της επιθυμίας να τοποθετηθεί το άτομο, η αυτονομία του και η ευτυχία του, θεμέλιο κάθε κοινωνικής εξέλιξης».

Ανά πάσα στιγμή στην κομμούνα βρίσκονται τουλάχιστον τριάντα άνθρωποι. Δεν είναι όλοι πλήρη μέλη της κομμούνας, καθώς για την ένταξη κάποιου σε αυτήν πρέπει να περάσει αρκετό χρονικό διάστημα σαν επισκέπτης και υποψήφιο μέλος, ώστε τόσο εκείνη όσο και οι κομμουνάρες, να είναι σίγουρες ότι η ένταξή του είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο δέσμευσης και προσφοράς στο συλλογικό. Οποιοσδήποτε επισκέπτης μπορεί να εκφράσει στη συνέλευση ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα διαμονής την επιθυμία του να γίνει υποψήφιος για πλήρες μέλος της κομμούνας. Η πολύχρονη εμπειρία έχει δείξει ότι ένας νέος άνθρωπος σε μία ομάδα είναι δύσκολο να αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις με όλους ταυτόχρονα, γι’ αυτό κάθε νέο υποψήφιο μέλος ορίζει σε συνεργασία με τη συνέλευση δύο άτομα-συμβούλους από την κομμούνα, οι οποίοι εκτός από την λειτουργία τους ως κοινωνικοί «συνδετικοί κρίκοι», σε πρακτικό επίπεδο αναλαμβάνουν να τον βοηθούν να εγκλιματιστεί στην καθημερινή ζωή, να μάθει ό,τι χρειάζεται για τις καθημερινές εργασίες και να του λύνουν απορίες σχετικά με τις λειτουργίες και τις διαδικασίες της κομμούνας. Η συνέλευση προτιμά και ενθαρρύνει το νέο μέλος να διαλέξει συμβούλους που να μην είναι οι άνθρωποι με τους οποίους ένοιωσε πιο κοντά από την πρώτη στιγμή. Επίσης, για να υπάρχει επαφή με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα από τις επιμέρους διαφορετικότητες που περιλαμβάνει η κομμούνα, είναι καλύτερο οι σύμβουλοι να είναι κάποιες με διαφορές σε απόψεις και νοοτροπίες τόσο μεταξύ τους, όσο και με το νέο μέλος. Πολλοί σύντροφοι που δοκίμασαν, αλλά τελικά αποφάσισαν ότι δεν ήθελαν να ενταχθούν, έχουν αγοράσει μικρά σπίτια και αγρούς στη γύρω περιοχή έτσι ώστε να βρίσκονται κοντά και να συμμετέχουν στη ζωή της Ουρούπια. 


Η ζωή και η εργασία στην κομμούνα 
Οι αρχές παραγωγής των προϊόντων στηρίζονται στο συνδυασμό της οικολογίας με πολιτικά χαρακτηριστικά και της ηθικής οικονομίας: αντίθεση στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, όπως διασφαλίζεται από τη δομή της κομμούνας καθώς και αδιαμεσολάβητη διάθεση και διανομή. Οι 1500 ρίζες ελιάς από τις οποίες οι 700 περίπου είναι πάνω από 300 ετών, καθώς και 2500 αμπέλια που είτε προϋπήρχαν είτε φυτεύτηκαν από κομμουνάρες, επισκέπτες και αλληλέγγυους, ένας πλήρως οργανωμένος φούρνος καθώς και η σκληρή δουλειά μελών και επισκεπτών, εξασφαλίζουν την χρηματοδότηση και τη συνέχιση του εγχειρήματος. Η παραγωγή περιλαμβάνει έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, μέλι, ψωμί και πολυάριθμα προϊόντα αρτοποιίας καθώς και πολλά είδη κόκκινων, ροζέ και λευκών κρασιών. Παρόλο που τα προϊόντα είναι αυστηρά βιολογικά, η κομμούνα έχει αποφασίσει να μην πάρει πιστοποίηση από κάποιον από τους αρμόδιους οργανισμούς. Είναι γνωστό ότι η βιολογική πιστοποίηση περιλαμβάνει παραμέτρους που καθορίζονται εν πολλοίς αυθαίρετα και αντικατοπτρίζουν συγκρούσεις εμπορικών συμφερόντων, στις οποίες η Ουρούπια δεν θέλει να συμμετέχει. Η βιολογική πιστοποίηση των προϊόντων της κομμούνας δεν θα μπορούσε παρά να ήταν κι αυτή αδιαμεσολάβητη και να στηρίζεται σε σχέσεις εκτίμησης, γνωριμίας και εμπιστοσύνης. Ένα απόσπασμα της ετικέτας κρασιού που παράγει η κομμούνα γράφει χαρακτηριστικά: «Η φροντίδα της γης και η μετατροπή του μόχθου σε προϊόντα, από επιλογή, δεν είναι πιστοποιημένη από κανένα εμπορικό οργανισμό, παρά μόνο από τη διαύγεια των μεθόδων μας και από άμεσες προσωπικές μαρτυρίες των καταναλωτών».

Αντίστοιχα χαρακτηριστικά έχει και το δίκτυο διάθεσης των προϊόντων, που στηρίζεται κυρίως στα δίκτυα καταναλωτών (G.A.S.[5]) της βόρειας Ιταλίας και της Γερμανίας, μέλη των οποίων είναι και οι κύριοι αποδέκτες των προϊόντων της Ουρούπια. Σημαντικό ρόλο στο εγχείρημα έχει παίξει και η M.A.G.,[6] η βοήθεια της οποίας χρειάστηκε τόσο για την οικονομική στήριξη του εγχειρήματος, όσο και για συμβουλές σε θέματα αξιολόγησης της βιωσιμότητας της παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων της κομμούνας.

Σήμερα η Ουρούπια απαρτίζεται από περίπου δέκα κομμουνάρες, δέκα μακροχρόνιες επισκέπτριες με 3 έως 6 χρόνια διαβίωσης που συμμετέχουν στη συνέλευση, πέντε βραχυχρόνιες επισκέπτριες και πέντε νήπια και παιδιά που κατοικούν σε ξεχωριστά δωμάτια, καθώς έχει αποφασιστεί ότι κάθε κάτοικος ανεξαρτήτου ηλικίας έχει το δικαίωμα στον ατομικό φυσικό της χώρο. Δεν είναι αρνητές της τεχνολογίας και όλοι έχουν πρόσβαση σε αυτοκίνητο, υπολογιστή και διαδίκτυο. Όλοι προσφέρουν την εργασία τους στην κομμούνα, είτε αυτή είναι δουλειά στα αμπέλια, τις ελιές ή το αρτοποιείο, είτε στην ανατροφή των παιδιών, είτε στις καθημερινές εργασίες (μαγείρεμα, πλύσιμο, εργασίες συντήρησης του οικήματος κλπ.). Για την οργάνωση και τη λειτουργία της κομμούνας γίνονται δύο εβδομαδιαίες συνελεύσεις: η συνέλευση της εργασίας και η συνέλευση των κομμουνάρων. Ο καταμερισμός των εβδομαδιαίων εργασιών είναι μεταξύ των αρμοδιοτήτων της συνέλευσης εργασίας, στην οποία συμμετέχουν όλοι, κομμουνάρες, υποψήφια μέλη και επισκέπτες. Οι ανάληψη των αρμοδιοτήτων γίνεται σε εθελοντική βάση και κάθε εβδομάδα διαφορετικό άτομο αναλαμβάνει το ρόλο του «Ούρου», του οργανωτή και συντονιστή της συνέλευσης. Στη συνέλευση των κομμουνάρων, όπου συμμετέχουν μόνο τα πλήρη και υποψήφια μέλη λαμβάνονται οι αποφάσεις που αφορούν οργανωτικά, διαχειριστικά και οικονομικά θέματα αλλά και συζητιούνται θέματα που άπτονται της καθημερινής ζωής, θέματα διαπροσωπικών σχέσεων, πολιτικού και γενικού ενδιαφέροντος. Πριν από κάθε θέμα ο συντονιστής –διαφορετικός κάθε εβδομάδα– κάνει μία μικρή τοποθέτηση πάνω σ’ αυτό. Κάποιες πιο εξειδικευμένες εργασίες αναλαμβάνονται από ειδικές ομάδες εργασίας που με τη σειρά τους αναφέρονται στη συνέλευση. Αρμοδιότητα της συνέλευσης είναι επίσης η οικονομική διαχείριση των συλλογικών και ατομικών εξόδων. Τα συλλογικά έξοδα αντιμετωπίζονται με βάση ετήσιο προϋπολογισμό που καταρτίζεται και εγκρίνεται από τη συνέλευση. Ατομικά, κάθε μέλος παρουσιάζει έναν προϋπολογισμό εξόδων για την κάλυψη των ατομικών αναγκών του, που με τη σειρά του εγκρίνεται ομόφωνα από τη συνέλευση. Ο καθένας προσφέρει σύμφωνα με τις δυνατότητές του και αμείβεται σύμφωνα με τις ανάγκες του.

Το εγχείρημα αποτελεί επίσης ένα κοινωνικό εργαστήριο, ανοιχτό για όποιον θέλει να ζήσει εκεί για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα, είτε αποφασίσει να ενταχθεί στην κομμούνα σαν πλήρες μέλος, είτε όχι. «Στο μυαλό των ανθρώπων που ξεκίνησαν αυτό το εγχείρημα η κομμούνα έπρεπε να αντιπροσωπεύει την πραγμάτωση μίας ελευθεριακής ουτοπίας: τη δυνατότητα επίτευξης αυξημένης οικονομικής αυτάρκειας, πολιτικής ελευθερίας και κοινωνικής αλληλεγγύης, μέσα από την συλλογική εργασία και δράση, η οποία θα απαλείφει κάθε μορφής ιεραρχία που αναπόφευκτα επιφέρει η ατομική ιδιοκτησία, οι έμφυλοι διαχωρισμοί και οι φυσικές ή πνευματικές ικανότητες των ανθρώπων. Η Ουρούπια φιλοδοξεί να αποτελεί ένα καθημερινό εργαστήριο αυτοδιεύθυνσης που θα δίνει τη δυνατότητα για ανάπτυξη των ατομικών δυνατοτήτων έξω από τους νόμους της αγοράς, τον σεβασμό στη διαφορετικότητα και την εναντίωση στις λογικές των προνομίων και του κέρδους». Από τη δημιουργία της κομμούνας μέχρι σήμερα έχουν ζήσει στην Ουρούπια πολλές εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας και εθνικότητας. Άνθρωποι από την Ιταλία, την Ελβετία, την Γερμανία την Γαλλία την Σενεγάλη την Τυνησία, το Μεξικό έχουν συμμετάσχει για μεγάλα ή μικρά χρονικά διαστήματα σ’ αυτό το ζωντανό εργαστήριο. Ένα από τα πρώτα της μέλη έχει ήδη πεθάνει σε ηλικία 80 ετών, και το νεώτερό της μέλος –ο Bruno– γεννήθηκε εκεί και είναι μόλις 18 μηνών. «Η εργασία στην Ουρούπια, δεν περιορίζεται στους αγρούς και τις κατασκευές: χιλιάδες ώρες συνελεύσεων έχουν διαμορφώσει τις ζωές και τις επιλογές των ανθρώπων που έχουν συμμετάσχει σ’ αυτήν, προσφέροντας συγκρότηση και ελευθερία για όλα τα θέματα που απασχόλησαν κατά καιρούς την μικρή αυτή κοινότητα, πρακτικά επί παντός επιστητού. Για τα όνειρα, τις δυνατότητες και τους περιορισμούς τους, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για το μεγάλωμα των παιδιών, για τη χρήση της τεχνολογίας, τη σχέση της κατανάλωσης με το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, τη διαμόρφωση οικονομικών και πολιτικών αντιστάσεων». Μετά από 17 χρόνια συμμετοχής σε πολυάριθμες πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες που περιέλαβαν τους εκατοντάδες ανθρώπους, οι οποίοι θέλησαν να συμπορευτούν με κάθε τρόπο, είναι δύσκολο κανείς να συμπυκνώσει την προσφορά και τη σημασία της μικρής αυτής ουτοπίας.

Πέρα από την καθημερινή κοινοβιακή ζωή με το κοινό μεσημεριανό φαγητό, τις συζητήσεις, και τις βραδιές με κιθάρα, ακορντεόν και κρασί δίπλα στο τζάκι τον χειμώνα, ή κάτω από τα αστέρια το καλοκαίρι, η κομμούνα αναλαμβάνει συχνά πολιτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες με εκδηλώσεις πάνω σε διάφορα θέματα, διοργανώνει παιδική κατασκήνωση, και διαθέτει χώρους σε άλλες αυτοδιαχειριζόμενες πρωτοβουλίες. Πολλά από τα μέλη της συμμετέχουν σε οργανωτικές δομές όπως η F.A.I.[7] και αρθρογραφούν συχνά σε αναρχικές επιθεωρήσεις και εφημερίδες, αλλά και προσφέρουν –σε όσα εγχειρήματα το χρειαστούν– τις γνώσεις που αποκτήθηκαν αυτά τα χρόνια στην καλλιέργεια ελιάς και αμπελιών, την οινοποιία, τις οικοδομικές εργασίες, την ξυλουργική, την αρτοποιία, αλλά και την οικονομική και κοινωνική διαχείριση τέτοιων εγχειρημάτων. Συγχρόνως, κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη και απαραίτητη για την διάθεση των προϊόντων, τον εμπλουτισμό του μηχανολογικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, τη συγκομιδή της ελιάς τον χειμώνα και τις εργασίες συντήρησης και ανακαίνισης των κτηρίων το καλοκαίρι. 


Επιμύθιο 
Στις αρχές του Μάρτη, τρεις σύντροφοι επισκεφτήκαμε την Ουρούπια, και για ένα τριήμερο ζήσαμε ένα μικρό κομμάτι από την καθημερινότητα της. Είχε προηγηθεί συνεννόηση μέσω e-mail έτσι ώστε να είμαστε σίγουροι ότι υπήρχε χώρος για φιλοξενία και χρόνος για γνωριμία και ενημέρωση. Γνωρίσαμε τις κομμουνάρες και πολλούς επισκέπτες που είτε συμμετείχαν στο εγχείρημα για πολλά χρόνια, είτε βρίσκονταν εκεί για λίγο καιρό για να βοηθήσουν και να πάρουν γνώσεις και εμπειρίες από το μοναδικό αυτό κοινωνικό εργαστήριο, είτε είχαν βρει καταφύγιο από τη βαρβαρότητα του συστήματος. Είδαμε πολλούς φίλους της κομμούνας από τις γύρω περιοχές που συμμετέχουν στην ζωή της. Γευτήκαμε τα προϊόντα της, ενημερωθήκαμε για τους τρόπους καλλιέργειας και παραγωγής, μάθαμε για την ιστορία της και συζητήσαμε για τις χαρές και τις δυσκολίες ενός τέτοιου πειράματος. Η επίσκεψή μας έγινε η αφορμή για τη διοργάνωση μίας εκδήλωσης-συζήτησης με θέμα την κατάσταση και τις εξελίξεις στην Ελλάδα, η οποία προσέλκυσε και ανθρώπους που συμμετέχουν σε γειτονικά αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, καθώς υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τον αγώνα, τις δράσεις και τις προοπτικές του κινήματος στο χώρο μας. Εκδηλώθηκε απ’ όλους μεγάλη διάθεση για συνεργασία και αφήσαμε ανοιχτή τη διοργάνωση μίας εκδήλωσης στην Ελλάδα με θέμα τις δομές αυτοδιαχείρισης, τους τοπικούς αγώνες και τις μορφές αντίστασης στην Ιταλία.

Μία σύντομη επίσκεψη στην Ουρούπια αφήνει μία γεύση απλότητας και αξιοπρέπειας, ελευθερίας και ειλικρίνειας, και την υποψία ότι οι αλυσίδες του συστήματος είναι πολύ πιο αδύναμες και ελαφριές απ’ όσο φαίνονται. Δεν θα υπήρχε τίποτα καταλληλότερο από ένα μικρό απόσπασμα ενός κειμένου των κομμουνάρων για να συνοψίσει την εμπειρία ανθρώπων που σέβονται το ατομικό, αλλά επιδιώκουν με πείσμα το συλλογικό, επανανοηματοδοτούν την έννοια της κοινότητας, αντικαθιστώντας τη μιζέρια με εγκαρδιότητα και βιώνουν μία διαρκή συλλογική αυτοθέσμιση: «Είναι πολύ δύσκολο, και μάλλον δεν είμαστε οι κατάλληλοι να πούμε πόσα από τα πράγματα που θέλαμε, καταφέραμε να κάνουμε πραγματικότητα. Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε πραγματώσει έστω και μέρος των ιδανικών μας. Αντίθετα, ζούμε στην καθημερινότητα, τις δυσκολίες ενός μονοπατιού αυθεντικής αυτοδιεύθυνσης: τις συνεχείς συγκρούσεις του ατομικού με το συλλογικό, την συνεχή αναβίωση των μηχανισμών ανάθεσης και των κεκαλυμμένων άτυπων ιεραρχιών, τις δυσκολίες της επίτευξης πραγματικής ισότητας μεταξύ των φύλων και της ειρηνικής και αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, την αλαζονεία των χειρότερων νόμων της οικονομίας. Δεν θέλουμε να ξεφύγουμε από όλες αυτές τις αντιφάσεις με την διεκδίκηση μιας παθητικής αφελούς και υποκριτικής "καθαρότητας". Αυτά τα χρόνια, έχουμε συζητήσει και στοχαστεί επάνω σε οποιαδήποτε πρόταση, συμβουλή, διαφωνία ή κριτική μας έγινε ακόμα και με τρόπο μπερδεμένο ή βάρβαρο. Ήμασταν πάντα πεπεισμένοι για τον πειραματικό χαρακτήρα του εγχειρήματος και πάντοτε ψάχνουμε να βρούμε, κυρίως στο μυαλό και την καρδιά μας, τους τρόπους για μια ειλικρινή και αληθινή κοινωνική αλλαγή. Έτσι η Ουρούπια θα μπορούσε να ιδωθεί σαν σταυροδρόμι ιδεών και εμπειριών, σαν θέατρο βασάνων και συναισθημάτων, ελπίδων και αγάπης, θυμών και αμφιβολιών, μία μικρή αλλά συνεχής αντιπροσώπευση της ατομικής και συλλογικής αναζήτησης εκείνου του καλύτερου κόσμου, του πιο ελεύθερου και δίκαιου στον οποίο τώρα θα ήταν η στιγμή να ζήσουμε.»



Σέργιος Παπαγεωργίου



[1] Ουρούπια σημαίνει «σκανταλιά του Ούρου». Στην τοπική λαϊκή παράδοση, ο Ούρου είναι ένα μυθικό πλάσμα με μορφή μικρού παιδιού με κόκκινο σκούφο, έχει κόκκινη σκιά και αναστατώνει τους ανθρώπους και τα ζώα με φάρσες. Μπορεί όμως σαν λογοπαίγνιο να έχει ως δεύτερη σημασία την «ουτοπία των Ούρου» μία ουτοπική κοινότητα τέτοιων πλασμάτων, έννοια που προτιμούν οι κομμουνάρες (τα μέλη της κομμούνας χρησιμοποιούν το θηλυκό γένος για τον αυτοπροσδιορισμό τους, για τους λόγους που αναφέρονται και στο κείμενο των αρχών τους, βλ. παρόν τεύχος).
[2]  Εκδότες στο μεγαλύτερο μέρος τους της αναρχικής εφημερίδας Senza Patria.
[3] Το σύστημα αυτό βέβαια περιορίζει την κομμούνα στη χρήση μόνο ειδικών βιοδιασπώμενων απορρυπαντικών και καλλυντικών.
[4]  Όλα τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά προέρχονται από κείμενα της Ουρούπια.
[5] Αρχικά από «Gruppo di Acquisto Solidale» -Αυτοοργανωμένα δίκτυα καταναλωτών με στόχο την κατανάλωση προϊόντων κατ’ ευθείαν από τους παραγωγούς με αρχές της «ηθικής οικονομίας». Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η σημασία που δίνουν τόσο στους τρόπους παραγωγής (βιολογική γεωργία, σεβασμός του περιβάλλοντος κατά την παραγωγή), όσο και στις συνθήκες εργασίας κατά την παραγωγή των προϊόντων.
[6] Η MAG (Mutua Auto Gestione) είναι μια τραπεζική κοοπερατίβα που χρηματοδοτεί αυστηρά και μόνο αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα τέτοιου τύπου με άτοκο δανεισμό κεφαλαίων που συγκεντρώνει γι’ αυτό το σκοπό. Παρέχει επίσης και οικονομοτεχνικές συμβουλές για την καλύτερη οργάνωση και τη βιωσιμότητα της παραγωγής, αλλά και διοργανώνει σεμινάρια για λύση προβλημάτων που προκύπτουν από τη συλλογική διαβίωση. Βλ. http://www.mag6.it
[7] Federazione Anarchica Italiana: Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου