Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

#44 - Χωρίς παρεξήγηση



Χωρίς παρεξήγηση

Τώρα πια ξέρουμε πολύ καλά κι εσύ γνωρίζεις ήμασταν οι καλύτεροι μαθητές στην τάξη μα πάντα αποτυγχάναμε στις τελικές εξετάσεις εγώ σκάμπαζα περισσότερο από μαθηματικά εσύ από έκθεση ναι ρε σ αντιγράφω ε και; σ αντιγράφω γιατί δε μπορώ να σου ζητιανεύω να σου ζητάω να μου δώσεις το χέρι σου για να γράφω σωστά να βάζω τελείες και κόμματα. Να μου δώσεις ένα κύτταρο του κεφαλιού σου να σκεφτώ επιτέλους μ εντροπία. Ένα κομμάτι ιδρώτα σου ν ακούω τα άρωμα του να μου μιλά και να με νανουρίζει. Να μου δώσεις ένα κοίταγμα, ένα χαμόγελο να γίνω ο κανόνας στο τρελάδικο, να φωνάζω “φοβάμαι αλλά πάτε και γαμηθείτε!”. Τι σου κοστίζει ένα χαμόγελο; Και γίνομαι για τα καλά κοινότυπος. Οι λέξεις μου είναι Ρίτσος, Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης. Εσύ μου τον έμαθες το Λειβαδίτη. Δεν τον γνώριζα μέχρι τότε. Βλέπεις εμένα οι ποιητές μου είναι άσημοι. Ούτε τα αρχικά απ τα επώνυμα τους δε θυμάμαι. Είναι από άλφα, από κάπα, από ρο, από χι; αχ αυτά τα χι, πάντα εμφανίζονται σα να ναι ποίημα.
Εθισμένος εγώ στα γνωστά-άγνωστα χι των εξισώσεων
τα χαοτικά τα ατέρμονα τα κακομαθημένα
άλλωστε δύο φαίνεται πως είναι οι πολυπόθητες λύσεις
η πρώτη ανέφικτη
το χάπι για τη λησμονιά ή την επιλεγμένη λήθη
δεν έχει εφευρεθεί ακόμα
η δεύτερη πιο εφικτή ίσως
-αν υποθέσουμε το μεσογειακό μας κλίμα-
η αύξηση των επιπέδων της σεροτινίνης στον εγκέφαλο
διαμέσου της ακραίας έκθεσης του οργανισμού
στο φώς του ήλιου.
Αυτό το φως
κι απ την πιο μικρή τρύπα να εισβάλλει
ελπίδα δίνει.
Φεύγεις; Συγνώμη που έγινα κουραστικός. Συγνώμη αν σε πόνεσα. Δεν το κατάλαβα. Να! το αφήνω το χέρι σου. Μόνο αυτό το ελάχιστο τέλος που δικαιούμαι θέλω τα ρέστα δικά σου και μην κόψεις απόδειξη την τελευταία φορά στην εφορία δε μου τις ζητήσανε φεύγεις λοιπόν μη με φιλάς δεν πειράζει φίλησε μου το χάος στο στόμα αυτό μου φτάνει και μη χάνεσαι μονάχα μη χάνεσαι το χω ανάγκη στείλε μου που και που τα νέα σου μ έναν από εκείνους τους κίτρινους πτεροδάκτυλους που θα σου χάριζα άντε τα λέμε…



1 σχόλιο: