Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

μπορείς να δεις τον κόσμο απ την ανάποδη;

πρωτότυπο #14
 Ο άνθρωπος ταξίδευε μια ζωή. Έφτιαχνε μόνος του την υπόθεση, τοποθετώντας το «αν» εκεί που ήθελε, έπλαθε την περιπέτεια. Ψαχνότανε· δεν περίμενε ποτέ απ τους άλλους. Τρωγότανε να μάθει το σωστό και το λάθος για να συμπεράνει. Δίψαγε να συναντά τη γνώση. Ήτανε ανήσυχος πάντα.
 Στο τελευταίο ταξίδι, έπειτα από κουραστικό περπάτημα σε δάση, πόλεις και χωριά, βραχώδεις ανηφόρες, νερά, απάντησε τον κόσμο χιλιάδες, εκατομμύρια μαζεμένους στο ξέφωτο. Είχαν τα κεφάλια ψηλά και φώναζαν. Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Ένας κατά μήκος και κατά πλάτος πύργος της Βαβέλ. Μα εκεί που οι άλλοι θα έβλεπαν μόνο φωνές και στόματα, εκείνος είδε τη θάλασσα.
 Γιατί αυτός ο κόσμος δεν είχε μάθει ούτε να υποθέτει, ούτε να ψάχνει, ούτε να ταξιδεύει. Αυτός ο κόσμος δεν είχε κλάψει ποτέ από χαρά, δεν είχε χαρεί ποτέ από λύπη, δεν είχε πετάξει ποτέ από έρωτα, δεν είχε ξεχάσει ποτέ την ομπρέλα επίτηδες για να λουστεί το νερό της βροχής από επιλογή, ούτε είχε περπατήσει με κλειστά τα μάτια ανακαλύπτοντας την ποίηση. Ποτέ.
 Ο άνθρωπος όφειλε να τους μεταδώσει το μήνυμα, να το μοιραστεί μαζί τους, να τους βοηθήσει και να τους μάθει να σκέφτονται όπως ποτέ άλλοτε δεν είχαν σκεφτεί να σκεφτούν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε στη θάλασσα. Τον καταβρόχθισαν τα στόματα. Τον πνίξανε οι φωνές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου